Η ΨΥΧΟΣΥΝΘΕΣΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑΣ

Ψυχοσύνθεση της Αριστοκρατίας.
Σήμερα, πιθανό και στα επόμενο-α άρθρα θα ασχοληθούμε με μερικά από τα αριστουργήματα του Ρώσου Άντον Τσέχωφ (1860-1904) όπως είναι αποτυπωμένα στα διηγήματά του.
Μέσω μερικών διηγημάτων του μεγάλου ανατόμου της ρωσικής ψυχής θα προσπαθήσουμε να δώσουμε την νοοτροπία και ψυχοσύνθεση του λαού πού επηρεάζεται από την αριστοκρατία της τότε εποχής.
Μην νομίζουμε όμως ότι εμάς δεν μας αφορά. Απεναντίας αυτά τα έργα αν και έχουν περάσει εκατό και πλέον χρόνια παραμένουν φρέσκα ,νέα, σύγχρονα. Η γενική εικόνα είναι πλούσιοι ,φτωχοί, μεσαία στρώματα , συγκεντρωτικό κράτος πού στηρίζεται στην μεγάλη εξουσία των δημοσίων υπαλλήλων.
Θα ξεκινήσουμε με το διήγημα πού ξεγυμνώνει την ψυχοσύνθεση της αριστοκρατίας-πλουτοκρατίας , των λακέδων της και όχι μόνο
Η ΠΡΙΓΚΗΠΙΣΣΑ.
ΈΝΑ ΑΜΑΞΙ μέ τέσσερα καλοθρεμμένα ωραία αλόγα έφτασε στις μεγάλες πύλες τού μοναστηριού Ν., στις λεγάμενες «Κόκκινες πύλες». Οι καλόγεροι καί οί νεοφώτιστοι πού έστεκαν μαζεμμένοι στο τμήμα τού ξενώνα πού προοριζόταν για τούς εύγενείς, από μακρυά ακόμη είχαν γνωρίσει, από τον άμαξα καί από τά άλογα, πώς ή γυναίκα πού έφτασε μέ τό αμάξι ήταν ή καλή τους φίλη, ή πριγκήπισσα Βέρα Γαβρήλοβνα.
"Ενας ήλικιωμένος μέ τή χρυσή στολή τού λακέου, πήδηξε από τή θέση του, δίπλα από τον άμαξα καί βοήθησε την πριγκήπισσα νά βγει από τό αμάξι. Σήκωσε τό πυκνό της βέλο καί χωρίς νά βιάζεται πλησίασε όλους τούς μοναχούς για νά πάρει τήν ευλογία τους, ύστερα χαϊδευτικά χαιρέτησε μέ τό κεφάλι τούς νεοφώτιστους καί τράβηξε στον ξενώνα.
- Λοιπόν, νοσταλγήσατε τήν πριγκήπισσά σας; - έλεγε στούς μοναχούς πού κουβαλούσαν τά πράγματά της. - 'Έχω ναρθώ ένα ολόκληρο μήνα. Νάμαι λοιπόν, ήρθα, δέστε τήν πριγκήπισσά σας. Καί πού είναι ο αρχιμανδρίτης; Θεέ μου, δέν μπορώ νά κρατήσω τήν ανυπομονησία μου! Θαυμάσιος, θαυμάσιος γέροντας! Πρέπει νάστε περήφανοι πού έχετε έναν τέτοιον αρχιμανδρίτη.
"Οταν μπήκε ο αρχιμανδρίτης, ή πριγκήπισσα έβγαλε μιά κραυγή ενθουσιασμού, σταύρωσε τά χέρια της στο στήθος καί πλησίασε γιά νά δεχθεί τήν ευλογία του.
-'Όχι, όχι! 'Αφήστε με νά τό φιλήσω! - είπε, αρπάζοντας τό χέρι του καί φιλώντας το μέ λαχτάρα 3 φορές. - Πόσο χαίρομαι, άγιε πατέρα, ότι επί τέλους σας βλέπω! Εσείς θά τήν ξεχάσατε τήν πριγκήπισσά σας αλλά εγώ κάθε λεπτό ή σκέψη μου ήταν μαζύ σας, εδώ στο αγαπημένο σας μοναστήρι. Τί ωραία πού είστε εδώ! Σ' αυτή τή ζωή πού ζείτε γιά τον Θεό, μακρυά από τον μάταιο κόσμο, υπάρχει κάποιο ξεχωριστό θέλγητρο, άγιε πάτερ, κάποιο θέλγητρο, πού τό νοιώθω μέ όλη μου τήν ψυχή, αλλά δέν μπορώ νά τό εξηγήσω μέ λόγια!
Κοκκίνισαν τά μάγουλα τής πριγκήπισσας καί δάκρυσαν τά μάτια της. Μιλούσε άκατάπαυστα, μέ θέρμη καί ό αρχιμανδρίτης, ώς 70 χρονώ, άσχημος καί ντροπαλός, σιωπούσε, μόνο κάπου - κάπου μιλούσε μέ κομμένες λέξεις, δπως στον στρατό:
- Σωστά! έξοχωτάτη... σάς ακούω... εννοώ...
- Γιά πολύ καιρό θά σάς έχουμε; - ρώτησε.
-'Απόψε θά κοιμηθώ εδώ καί αύριο θά πάω στής Κλαύδιας Νικο- λάεβνας, καιρός πού δέν ανταμώσαμε καί μεθαύριο θά ξαναγυρίσω εδώ καί θά μείνω τρεις - τέσσερις μέρες. Θέλω νά ξεκουραστώ εδώ ψυχικά, άγιε πατέρα...
Τής πριγκήπισσας τής άρεσε πολύ νά μένει στο μοναστήρι Ν. Τά
τελευταία δυο χρόνια τό είχε αγαπήσει πολύ αυτό τό μέρος και ερχόταν σχεδόν κάθε καλοκαίρι, δυο καί τρεις μέρες, κάποτε καί μια βδομάδα. Οί άτολμοι νεοφώτιστοι, ή σιγαλιά, τά χαμηλά ταβάνια, ή μυρωδιά τού κυπαρισιού, ό φτωχικός μεζές, οί φτηνοί μπερντέδες στά παράθυρα·- όλα αυτά την συγκινούσαν, άνοιγαν την ψυχή της στην έκσταση καί στις καλές σκέψεις. Καί μισή ώρα αν έμενε στον ξενώνα άρχισε νά φαντάζεται πώς κι' αυτή είναι άτολμη καί σεμνή, πώς καί ή ίδια αρχίζει νά μυρίζει κυπαρίσι. Τά περασμένα χάνουνταν κι' έσβηναν κάπου μακρυά καί έχαναν κάθε αξία καί ή πριγκήπισσα άρχιζε νά νομίζει πώς παρά τά 29 χρόνια της, μοιάζει πολύ μέ τό γέρο αρχιμανδρίτη καί πώς έτσι κι' αυτή δέ γεννήθηκε γιά τά πλούτη, ούτε γιά τον έρωτα καί τά γήϊνα μεγαλεία, αλλά γιά τήν ήρεμη ζωή, μακρυά από τό θόρυβο τού κόσμου, μισοσκότεινη όπως καί ο ξενώνας...
Τυχαίνει καμμιά φορά, μέσα στο σκοτεινό κελλί τού ερημίτη, πέφτει μιά απρόσμενη αχτίδα ή κάποιο πουλάκι αράζει στο παράθυρο τού κελλιού καί κελαϊδεί τό τραγούδι του. Ό αυστηρός έρημίτης άθελα χαμογελά καί μέσα στο στήθος του, κάτω από τή βαρειά θλίψη τής αμαρτίας, σάν κάτω από κάποια πέτρα, κυλά καί χύνεται ξαφνικά σά γαλήνιο ρυάκι, ή αθώα χαρά. Ή πριγκήπισσα φανταζόταν πώς έφερε μαζύ της άπ' έξω μιά τέτοια παρηγοριά όπως ή αχτίδα καί τό πουλάκι. Τό πρόσχαρο καί εύθυμο χαμόγελό της, τό ήμερο βλέμμα, ή φωνή της, τά αστεία της, γενικά όλόκληρη όπως ήταν, μικρόσωμη, καλοφτιαγμένη, ντυμένη μ' ένα απλό μαύρο φόρεμα, μέ τήν εμφάνισή της έπρεπε νά προκαλεί στούς απλούς αυστηρούς ανθρώπους τή συμπάθεια καί τή χαρά. Ό καθένας πού τήν έβλεπε έπρεπε νά λέει μέσα του: «ό Θεός μάς τήν έστειλε αυτή τή γυναίκα, σωστός άγγελος!» Καί νοιώθοντας πώς ό καθένας άθελα τό σκέπτεται, χαμογελούσε μέ μεγαλύτερη συμπάθεια καί προσπαθούσε νά μοιάζει μέ μικρό πουλάκι.
'Αφού ήπιε τό τσάϊ της καί ξεκουράστηκε λίγο πήγε περίπατο. 'Από τόν ανθώνα τού μοναστηριού έφθανε ώς τήν πριγκήπισσα τό άρωμα τής φρεσκοποτισμένης ρεζεντά, από τήν εκκλησία άκουγότανε ό σιγανός ψαλμός των ανδρικών φωνών, πού από μακρυά φαινότανε πολύ ευχάριστος καί λυπητερός. ''Εψαλαν τόν έσπερινό. Στά σκοτεινά παράθυρα, όπου τρεμοσβήναν τά φώτα τής καντήλας, στις σκιές, στη σιλουέττα τού γέροντα - μοναχού, πού καθόταν στον νάρθηκα δίπλα στο εικόνισμα μέ τό κουτί όπου έρριχναν τά λεφτά, ήτανε ζωγραφισμένη μιά τέτοια ατάραχη γαλήνη, όπου ή πριγκήπισσα, άγνωστο γιατί, ήθελε νά κλάψει...
Καί έξω, στο πέρασμα ανάμεσα στον τοίχο καί στις σημύδες όπου ήτανε τά παγκάκια, είχε βραδυάσει εντελώς. Σκοτείνιαζε γρήγορα, γρήγορα... Ή πριγκήπισσα πέρασε από κεί, κάθησε στο παγκάκι καί έμεινε σκεφτική.
Συλλογιζότανε πώς θάτανε καλό νά μείνει γιά όλη της τή ζωή σ' αύτό τό μοναστήρι, όπου ή ζωή είναι ήσυχη καί γαλήνια, σάν τήν καλοκαιρινή βραδυά. Θάτανε καλό νά λησμονήσει όλότελα τόν αχάριστο, τόν παραλυμένο πρίγκηπα, τή μεγάλη της περιουσία, τούς πιστωτές πού τήν άνησυχούν καθημερινώς, τις ατυχίες της, την καμαριέρα της την Ντάσα, πού τό πρόσωπό της είχε σήμερα τό πρωί μιαν αύθάδικη έκφραση. Θάταν ωραία όλη της ή ζωή νά κάθεται έδώ στο παγκάκι καί νά βλέπει ανάμεσα από τούς κορμούς των σημύδων, πώς κάτω από τό βουνό παραδέρνουν τά κομμάτια της βραδυνής, πώς μακρυά - μακρυά πάνω από τό δάσος, σά μαύρο σύννεφο πού μοιάζει και με λεπτό πέπλο, πάνε νά κοιμηθούν οί κουρούνες, πώς δυο νεοφώτιστοι, ό ένας καβάλα στο άλογο καί ό άλλος πεζός, πηγαίνουν τό κοπάδι τά άλογα γιά ύπνο στο λιβάδι καί χαρούμενοι γιά την έλευθερία τους παίζουν σά δυο μικρά παιδιά. Οί νεαρές φωνές τους ηχηρά άκούγονται μέσα στον μαρμαρωμένο αέρα καί μπορείς νά ξεδιαλύνεις τήν κάθε λέξη. Είναι ώραίο πράγμα νά κάθεσαι καί νά άφουγκράζεσαι τη σιγαλιά: ό άνεμος ελαφρά φυσά πάνω στις κορφούλες τών σημύδων, άλλοτε πάλι ό βάτραχος θορυβεί μέσα στά παληά τά περσινά φύλλα κι' άλλοτε πάλι πίσω από τον τοίχο άκούγεται τό ρολόϊ τού καμπαναριού πού σημαίνει τά τέταρτα... Νά κάθεται κανείς ακίνητος, νά ακούει καί νά σκέφτεται, νά σκέφτεται, νά σκέφτεται...
'Από κεί πέρασε μιά γρηά μέ τό δισάκι της. Ή πριγκήπισσα σκέ- φτηκε νά τή σταματήσει καί νά της πει κάτι παρήγορο, κάτι εγκάρδιο, νά τή βοηθήσει... 'Αλλά ή γρηούλα δέ γύρισε νά τή δει ούτε μιά φορά καί έστριψε στή γωνιά τού δρόμου.
Σε λίγο, στο δρόμο φάνηκε ένας ψηλός άντρας, μέ γκρίζα γενειάδα καί ψάθινο καπέλλο. "Οταν περνούσε μπρος από τήν πριγκήπισσα, έβγαλε τό καπέλο του καί χαιρέτησε καί από τή μεγάλη του φαλάκρα, τή σουβλερή, γαμψή μύτη, ή πριγκήπισσα αναγνώρισε τό γιατρό τό Μιχαήλ Ίβάνοβιτς, πού πριν από πέντε χρόνια δούλευε σά γιατρός στό δικό της τό χτήμα, στις Ντουμκόβκες. Θυμήθηκε πώς άκουσε από κάποιον, ότι πέρσι πέθανε ή γυναίκα τού γιατρού καί θέλησε νά τον συλλυπηθεί, νά τον παρηγορήσει.
- Γιατρέ, ασφαλώς δέ μέ γνωρίσατε! - τού είπε χαμογελώντας ευγενικά.
-"Οχι, πριγκήπισσά μου, σάς γνώρισα - τής είπε ό γιατρός βγάζοντας ακόμη μιά φορά τό καπέλλο του.
- Σάς ευχαριστώ κι' έγώ νόμιζα πώς ξεχάσατε τήν πριγκήπισσά σας. Οί άνθρωποι θυμούνται μόνο τούς εχθρούς τους, καί τούς φίλους τούς ξεχνάνε. Καί σείς ήρθατε γιά νά προσκυνήσετε;
-'Εδώ έρχουμαι κάθε Σαββατόβραδο καί περνώ τή νύχτα, λόγω καθήκοντος. Είμαι ο γιατρός τής υπηρεσίας.
- Πώς τά περνάτε; ·- ρώτησε ή πριγκήπισσα στενάζοντας. - "Ακόυσα πώς πέθανε ή σύζυγός σας! Τί δυστύχημα!
- Μάλιστα, πριγκήπισσα, μεγάλο δυστύχημα γιά μένα.
- Τί νά γίνει! Πρέπει μέ υποταγή νά περνούμε τις δυστυχίες μας. Χωρίς τήν θεία πρόνοια ούτε μιά τρίχα δέν πέφτει από τό κεφάλι τού ανθρώπου.
- Μάλιστα, πριγκήπισσα!
Στό ευγενικό καί στοργικό χαμόγελο της πριγκήπισσας καί στους αναστεναγμούς της, ό γιατρός «απαντούσε στεγνά καί ψυχρά: «Μάλιστα, πριγκήπισσα!» Στεγνή καί κρύα ήτανε ή έκφραση τοΰ γιατρού.
«Τί άλλο νά τού πώ;» - σκέφτηκε ή πριγκήπισσα.
- Καί όμως, πόσος καιρός γιατρέ που δέν ανταμώσαμε! - είπε. -- Πέντε χρόνια! Σ' αυτό τό διάστημα πόσα πράγματα συνέβησαν, πόσες «αλλαγές, τρομερό νά τό σκεφτεί κανείς! Ξέρετε, παντρεύτηκα... «από κόμησσα έγινα πριγκήπισσα. Καί πρόφτασα νά χωρίσω μέ τον πρίγκηπα.
- Μάλιστα, τό ακόυσα.
- Πολλές δοκιμασίες μοΰ έστειλε ό Θεός! Σίγουρα θά ακούσατε καί τό άλλο, ότι σχεδόν έχω καταστραφεί. Γιά τά χρέη του άθλιου συζύγου μου πούλησαν τις Ντουμκόβκες καί τό Κυριάκοβο καί τό Σόφινο - τρία χτήματα. Μού έμειναν μόνο τό Μπαράνοβο καί τό Μιχαλέσεβο. Είναι τρομερό όταν γυρίζει κανείς καί βλέπει τά περασμένα: πόσες «αλλαγές, διάφορα δυστυχήματα, πόσα λάθη!
- Μάλιστα, πριγκήπισσα, πολλά λάθη.
Ή πριγκήπισσα λίγο ταράχτηκε. "Ηξερε τά λάθη της. Αυτά ήτανε τόσο ιδιαίτερα καί μόνο αυτή μπορούσε νά τά σκέφτεται καί νά μίλα γι' αυτά. Δέν μπόρεσε νά κρατηθεί καί ρώτησε:
- Ποια λάθη, εννοείτε;
-'Εσείς κάνατε λόγο γι' αυτά, θά πει τά ξέρετε... - άποκρίθηκε ό γιατρός καί γέλασε. - Τί νά τά λέμε τώρα!
-"Οχι, γιατρέ, πέστε μου. Θά σάς είμαι πολύ ευγνώμων! Καί παρακαλώ, μαζύ μου νά μιλάτε έλεύθερα. Μοΰ αρέσει νά ακούω τήν αλήθεια.
-'Εγώ δέν μπορώ νά σάς κρίνω, πριγκήπισσα.
- Νά μέ κρίνετε; Μέ τον τόνο πού μιλάτε, αυτό σημαίνει πώς ξέρετε. Πέστε λοιπόν!
-Άφοΰ έπιμένετε... Δυστυχώς όμως έγώ δέν ξέρω νά τά λέω καί δέν είναι εύκολο νά μέ καταλάβει κανείς.
'Ο γιατρός σκέφτηκε λίγο κι' άρχισε:
- Πολλά λάθη, αλλά τό μεγαλύτερο, κατά τή γνώμη μου, είναι τό γενικό πνεύμα πού βασίλευε σέ όλα σας τά κτήματα. Βλέπετε έγώ δέν ξέρω νά εκφράζομαι. Τό κυριώτερο ήταν ή έλλειψη της άγάπης, ή άπέχθεια προς τούς ανθρώπους, πού βασίλευε σέ όλα. Σ' αυτήν τήν απέχθεια στηριζόταν όλο τό σύστημα της ζωής εκεί στο κτήμα σας. 'Απέχθεια προς τήν ανθρώπινη φωνή, στά πρόσωπα, στά βήματα... μέ λίγα λόγια, «απέχθεια προς όλα όσα αποτελούν τόν άνθρωπο. Σέ όλες τις πόρτες καί στις σκάλες στέκουν καλοθρεμμένοι, βάναυσοι καί τεμπέληδες θυρωροί μέ τις χρυσές στολές τους, γιά νά μήν έπιτρέπουν νά μπει μέσα κανείς κακοντυμένος. Στην είσοδο στέκουν καθίσματα μέ ψηλές ράχες, ώστε στους χορούς καί στις δεξιώσεις οι λακέδες νά μή λερώνουν μέ τούς σβέρκους τους τις ταπετσαρίες τών τοίχων. Σέ όλα τά δωμάτια είναι απλωμένα παχειά ταπέτα γιά νά μήν άκούγονται τά ανθρώπινα βήματα. Κάθε άνθρωπο πού μπαίνει τόν προειδοποιούν νά μιλάει όσο τό δυνατό σιγώτερα καί λιγώτερα καί γενικά νά μή λέει πράγματα πού μπορούν νάχουν κακήν έπίδραση στη φαντασία καί στα νεύρα. Καί στο γραφείο σας δεν δίνουν στους ανθρώπους τό χέρι ούτε τούς λένε νά καθίσουν, ακριβώς όπως καί σεις τώρα δε μου δώσατε τό χέρι καί δέ μου προτείνατε νά καθίσω...
- Παρακαλώ, άν θέλετε! - είπε ή πριγκήπισσα, προτείνοντας τό χέρι με χαμόγελο. Για τέτοια τιποτένια πράγματα νά θυμώσει κανείς...
- Μήπως εγώ θύμωσα; - είπε γελώντας ό γιατρός, αμέσως όμως άναψε, έβγαλε τό καπέλλο καί κινώντας το, είπε μέ θέρμη:
- Νά σάς πώ την αλήθεια, από καιρό περίμενα την ευκαιρία νά σάς τά πώ όλα, όλα, όλα... Δηλαδή θέλω νά πώ ότι τούς ανθρώπους τούς βλέπετε μέ τό μάτι του Ναπολέοντα, δηλαδή σάν κρέας γιά τά κανόνια. 'Αλλά ό Ναπολέων είχε τουλάχιστον κάποια ιδέα, αλλά εσείς έκτός από τήν αποστροφή προς τούς ανθρώπους δεν έχετε τίποτε άλλο!
-Έγώ άποστρέφομαι τούς ανθρώπους! -είπε χαμογελαστή ή πριγκήπισσα, σηκώνοντας μέ απορία τούς ώμους. - Έγώ!
- Ναί, εσείς! Θέλετε νά σάς άναφέρω γεγονότα; Παρακαλώ! Στο κτήμα σας, τό Μιχαλέσεβο, ζουν ζητιανεύοντας τρεις παλιοί σας μάγειροι, πού τυφλώθηκαν από τις φωτιές τής κουζίνας. "Ο,τι ωραίο υπάρχει στις δεκάδες χιλιάδες στρέμματά σας, ο,τι γερό καί δυνατό, τό πήρατε εσείς καί οί παράσιτοι σας καί τούς κάνατε θυρωρούς, λακέους, αμαξάδες. 'Όλα αυτά τά δίποδα ζωντανά άνατράφηκαν στο λακεδισμό, τή δουλικότητα, μπουχτήσανε, έκχυδαϊστήκανε, έχασαν τήν ανθρώπινη εικόνα καί όμοίωση, μέ λίγα λόγια... Τούς νεαρούς γιατρούς, τούς γεωπόνους, τούς δασκάλους καί γενικά τούς πνευματικούς έργάτες, Θεέ μου, τούς αποσπούν από τή δουλειά τους, από τον τίμιο μόχθο καί τούς αναγκάζουν γιά ένα κομμάτι ψωμί νά παίρνουν μέρος σέ διάφορες κωμωδίες, σάν τά ανδρείκελα, πού ντρέπεται κάθε τίμιος άνθρωπος! Τυχαίνει, νέος άνθρωπος, νά μήν περάσουν ούτε τρία χρόνια καί γίνεται υποκριτής, κόλακας, συκοφάντης... Είναι ωραία πράγματα αυτά; Οί διευθυντές σας, οί πολωνοί, είναι άτιμοι κατάσκοποι, όλοι αυτοί οί Καζμίροι καί οί Καετάνοι βολοδέρνουν καί στριφογυρίζουν από τό πρωί ως τή νύχτα δεκάδες χιλιάδες στρέμματα καί γιά νά σάς είναι ευχάριστοι κυττάζουν νά γδάρουν τρεις προβιές από τό κάθε βώδι. Νά μέ συμπαθάτε πού εκφράζομαι ασυνάρτητα, αλλά δέν πειράζει! Στά χτήματά σας δέ λογαριάζουν γιά ανθρώπους τον απλό λαό. 'Ακόμη καί τούς πρίγκηπες, τούς κομήτες καί τούς αρχιερείς, πού ερχόντουσαν νά σάς δουν, κι' αυτούς ακόμη τούς λογαριάζατε σά διάκοσμο καί όχι σάν ζωντανούς ανθρώπους. 'Αλλά τό κυριώτερο... τό κυριώτερο, έκεϊνο πού μέ αναστατώνει περισσότερο άπό όλα, είναι νά έχεις περιουσία πάνω από ένα εκατομμύριο ρούβλια καί νά μήν κάνεις τίποτε γιά τούς ανθρώπους, τίποτε!
Ή πριγκήπισσα καθότανε ξαφνιασμένη, τρομαγμένη, προσβεβλημένη καί δέν ήξερε τί νά πει καί πώς νά φερθεί. Ποτέ άλλοτε δέν τής μίλησε κανείς μέ τέτοιο τόνο. Ή δυσάρεστη, ή όργισμένη φωνή τού γιατρού καί ή άχαρη καί βραδύγλωσση ρητορική του, αντηχούσαν δυσάρεστα στα αυτιά της, κι' υστέρα νόμιζε πώς ό γιατρός πού χειρονομούσε τή χτύπαγε μέ τό καπέλο του πάνω στο κεφάλι της.
- Δεν είναι αλήθεια - πρόφερε σιγά - σιγά μέ ικετευτική φωνή. - 'Έκανα πολλά καλά γιά τούς ανθρώπους, τό ξέρετε καί σείς ό ίδιος!
•- Κλάψτε! - φώναξε ό γιατρός. - "Ωστε στά σοβαρά εξακολουθείτε νά νομίζετε ότι ή φιλανθρωπική σας δράση είναι κάτι τό σοβαρό καί χρήσιμο καί όχι μιά κωμωδία μέ κούκλες; Μά αυτό ήτανε κωμωδία από την αρχή ώς τό τέλος, ήταν μιά κωμωδία της αγάπης προς τον πλησίον, ή πιο ειλικρινής κωμωδία, πού τήν καταλάβαιναν ακόμη καί τά παιδιά καί οί κουτές οί χωριάτισσες! 'Ά ς πάρουμε, έστω, εκείνο, πώς τό λένε, τό γηροκομείο σας γιά τις απόκληρες γρηές, πού μέ είχατε αναγκάσει νά είμαι ό αρχίατρος καί σείς ή επίτιμη προστάτισσα. *Ω, "Ύψιστε Θεέ! τί ίδρυμα ήταν εκείνο! 'Έχτισαν ένα χτίριο μέ παρκέτα καί βάλαν έναν ανεμοδείχτη πάνω στή στέγη, μαζώξαν από τά χωριά γρηές καί γρηές καί τις αναγκάσανε νά κοιμούνται κάτω από μάλλινες κουβέρτες, πάνω σέ ολλανδικά σεντόνια καί νά τρώνε καραμέλλες.
Ό γιατρός μέ χαιρεκακία γέλασε μέσα στο καπέλο καί εξακολούθησε νά μιλάει γρήγορα - γρήγορα μέ κάποια βραδυγλωσσία:
- Κωμωδία, κωμωδία! Οί κατώτεροι υπάλληλοι τού άσυλου κλειδώνανε τά παπλώματα καί τά σεντόνια, γιά νά μήν τά λερώσουν οι γρηές - άς κοιμούνται οί παληόγρηες καταγής! Καί ή γρηά δέν τολμά ούτε στο κρεβάτι νά καθίσει, ούτε νά ντυθεί, ούτε νά περάσει πάνω από τό γυαλισμένο παρκέτο. Τά πάντα τά είχαν γιά τήν έπίδειξη καί τά έκρυβαν από τις γρηές, όπως τά κρύβει κανείς από τούς κλέφτες καί οί γρηές έτρωγαν κρυφά, τις έντυναν από έλεημοσύνες καί παρακαλούσαν τό Θεό πρωί καί βράδυ νά τις γλυτώσει γρήγορα από αυτή τή φυλακή καί από τις ψυχοσωτήριες παραινέσεις τών χορτάτων παληανθρώπων, τούς οποίους είχατε βάλει γιά νά έπιβλέπουν τις γρηές. Καί τί έκανε τό ανώτερο προσωπικό; Αυτό είναι πράγματι υπέροχο! Κι' έτσι δυο φορές τήν εβδομάδα, προς τό βράδυ, τρέχουν χιλιάδες αγγελιοφόροι καί ειδοποιούν δτι αύριο, ή πριγκήπισσα, δηλαδή εσείς, θά επισκεφθεί τό άσυλο. Αυτό σημαίνει πώς αύριο πρέπει νά έγκαταλείψουνε τούς άρρωστους, νά στολιστούνε καί νά πάνε στήν επίδειξη. Ωραία, πηγαίνω. Οί γρηές ντυμένες -καθαρά καί μέ τά καλά τους έχουν κι' όλας παραταχθεί στή γραμμή καί περιμένουν. Κοντά τους στριφογυρίζει ένας παληός άπόστρατος τής φρουράς - επιστάτης, μέ τό γλυκανάλατο χαμόγελο τού μηχανορράφου. Οί γρηές χασμουριούνται καί άλληλοκυττάζονται αλλά φοβούνται νά γρινιάσουν. Περιμένουμε. Τρέχει μέ τό άλογο ο νεαρός υποδιευθυντής. Μισή ώρα ύστερ' αυτόν εμφανίζεται ο μεγάλος διευθυντής, ύστερα ο άρχιδιευθυντής τού οικονομικού γραφείου, ύστερα άλλος καί άλλος... καί τρέχουν μέ τά άλογα καί δέν έχουν τελειωμό! "Ολοι τους έχουν πρόσωπα μυστηριώδη καί πολύ έπίσημα. Περιμένουμε, περιμένουμε, στηριζόμαστε μιά στο ένα πόδι καί μιά στο άλλο, κυττάζουμε τά ρολόγια μας - καί όλα αυτά μέσα σέ μιά νεκρική σιγή, γιατί ο ένας μας μισεί τον άλλο καί είμαστε στά μαχαίρια. Περνά μιά ώρα, δεύτερη και τέλος νά, φαίνεται από μακρυά τό αμάξι καί... καί...
Ό γιατρός γέλασε μέ ένα διαπεραστικό γέλιο και είπε μέ λεπτή φωνίτσα:
- Κατεβαίνετε από τό αμάξι καί οί γρηές οί στρίγγλες αρχίζουν νά ψάλλουν, υπό την διεύθυνση τού άπόστρατου: «'Αδυνατεί ή ανθρώπινη γλώσσα νά υμνήσει, Κύριε ημών Θεέ, την δόξαν σου...» Μωρέ μπράβο!..
Ό γιατρός γέλασε μέ φωνή βαρυτόνου κι' έκανε μέ τό χέρι του μιά κίνηση σά νά ήθελε νά πει ότι από τά γέλια δέν μπορεί νά βγάλει ούτε λέξη. Γελούσε ένα βαρύ γέλιο, απότομο, μέ σφιγμένα τά δόντια, όπως γελάνε οί κακοί άνθρωποι καί από τη φωνή του, από τό πρόσωπο καί από τά προκλητικά μάτια του μπορούσες νά αντιληφθείς ότι περιφρονούσε βαθύτατα καί την πριγκήπισσα καί τό άσυλο καί τις γρηές. Τίποτε αστείο ή εύθυμο δέν υπήρχε σέ όλα αυτά που είπε τόσο έντεχνα καί τόσο χοντροκομμένα, αλλά γελούσε, γελούσε μέ ευχαρίστηση καί μάλιστα μέ χαρά.
- Καί τό σχολείο; - εξακολούθησε άναπνέοντας βαριά από τά δυνατά γέλια. Θυμάστε πώς θελήσατε εσείς ή ίδια νά μάθετε γράμματα στά παιδιά τών μουζίκων; Φαίνεται πώς τούς τά μάθατε περίφημα ώστε όλα τά παιδάκια σκόρπισαν κι' ύστερα χρειάστηκε νά τά δέρνετε καί νά τούς δίνετε λεφτά γιά νά έρχονται. Θυμάστε καί τά νεογέννητα πού θέλατε νά τά τρέφετε μέ τό μπιμπερό, γιατί οί μανάδες τους δούλευαν στον κάμπο; Πηγαίνατε στο χωριό καί βλέπατε ότι δέν σάς δίνουν τά μωρά τους καί ότι οί μανάδες τά έπαιρναν μαζύ τους στον κάμπο. "Ύστερα ό έπόπτης διάταξε της μητέρες νά σάς αφήνουνε μέ τή σειρά τά μωρά τους γιά νά περνάτε τήν ώρα σας. Περίεργο πράγμα! 'Όλοι όπου φύγει - φύγει από τις ευεργεσίες, όπως τά ποντίκια από τή γάτα! Καί γιατί όλα αυτά; 'Απλούστατα! "Οχι γιατί ό λαός μας είναι απολίτιστος καί αχάριστος, όπως τό εξηγούσατε εσείς πάντοτε, αλλά γιατί σέ όλα σας τά καμώματα, συγχωρέστε με γιά τήν έκφραση, δέν υπήρχε ίχνος αγάπης καί ευσπλαχνίας! 'Υπήρχε μόνο ή έπιθυμία νά διασκεδάζετε μέ τις ζωντανές κούκλες καί τίποτε άλλο... 'Όποιος δέν ξέρει νά ξεχωρίζει τούς ανθρώπους από τά σκυλάκια δέν πρέπει νά καταγίνεται μέ καλοσύνες. Σάς διαβεβαιώ ότι μεταξύ τών ανθρώπων καί τών χαϊδεμένων σκυλιών, υπάρχει μεγάλη διαφορά!
Χτυπούσε πολύ δυνατά ή καρδιά τής πριγκήπισσας, τά αυτιά της βούιζαν καί όλο τον καιρό τής φαινότανε πώς ο γιατρός κοπανίζει μέ τό καπέλλο του τό κεφάλι της. Ό γιατρός μιλούσε γρήγορα, μέ όργή καί άσχημα, μέ κάποια βραδυγλωσσία καί υπερβολικές χειρονομίες. Τό μόνο πού καταλάβαινε ήταν ότι τής μιλά ένας βάναυσος, χωρίς ανατροφή, κακός καί αχάριστος άνθρωπος, αλλά τί ζητά άπό αυτήν καί τί τής λέει, αυτό δέν τό καταλάβαινε.
- Φύγετε άπ' εδώ! - είπε μέ κλαμένη φωνή, σηκώνοντας ψηλά τά χέρια της, γιά νά προστατέψει τό κεφάλι της από τό καπέλλο τού γιατρού.- Φύγετε από δώ!
- Καί πώς φέρεστε μέ τούς υπαλλήλους σας! - έξακολούθησε άγανακτισμένος ο γιατρός.-Δέν τούς λογαριάζετε γιά ανθρώπους καί τους μεταχειρίζεστε σαν τούς τελευταίους λωποδύτες. Π.χ., επιτρέψτε μου νά σάς έρωτήσω γιατί μέ διώξατε από την υπηρεσία; Δέκα χρόνια ήμουν στην υπηρεσία του πατέρα σας, ύστερα στη δική σας, μέ τιμιότητα, δίχως γιορτές καί διακοπές, κέρδισα τήν αγάπη όλου τού κόσμου σέ αχτίνα εκατό χιλιόμετρα καί ξαφνικά, μια ωραία πρωία, μέ ειδοποιούν ότι απολύομαι! Για ποιόν αιτία; "Ως τώρα ακόμη δέν τό έμαθα! Είμαι γιατρός, απόφοιτος από τό πανεπιστήμιο της Μόσχας, από τζάκι, οικογενειάρχης τόσο άσήμαντος καί τιποτένιος, ώστε μπορούν νά μέ πετάξουνε στο δρόμο χωρίς εξηγήσεις! Για ποιό λόγο νά σκοτίζονται γιά μένα; "Ύστερα τό έμαθα ότι ή γυναίκα μου ήρθε νά σάς δει τρεις φορές κρυφά, νά σάς παρακαλέσει γιά μένα, αλλάεσείς δέν τη δεχτήκατε ούτε μιά φορά. Λένε πώς έκλαιγε στον προθάλαμο σας. Κι' αυτό δέ θά τό συγχωρέσω ποτέ της μακαρίτισσας! Ποτέ!
Ό γιατρός σώπασε κι' έσφιξε τά δόντια του, προσπαθώντας νά βρει κάτι ακόμη νά της πει, δυσάρεστο, εκδικητικό. Κάτι θυμήθηκε, καί τό σκυθρωπό, ψυχρό του πρόσωπο ξαφνικά έλαμψε.
- Πάρτε, έστω, τις σχέσεις σας μ' αυτό τό μοναστήρι! - είπε ασυγκράτητος.- Ποτέ σας δέ σπλαχνιστήκατε κανένα καί όσο πιο ιερός είναι ό τόπος, τόσο μεγαλύτερες είναι οί πιθανότητες ότι θά βρει τον μπελά του από τή δική σας φιλανθρωπία καί τήν αγγελική καλωσύνη. Γιατί έρχεστε εδώ πέρα; Τί θέλετε εδώ στους καλογήρους, αν επιτρέπεται νά μάθω; Τί δουλειά έχετε μέ τον Γκετιούμπα καί τί σάς πέφτει; Καί πάλι, ή παληά ιστορία, νά περνάτε τήν ώρα σας, νά παίζετε, ιεροσυλία εις βάρος της προσωπικότητας τού ανθρώπου καί τίποτε άλλο. 'Εσείς δέν πιστεύετε στο Θεό πού λατρεύουν εδώ στο μοναστήρι καί μέσα στην ψυχή σας έχετε έναν άλλο Θεό, ένα δικό σας Θεό πού τον ανακαλύψατε στις πνευματιστικές συγκεντρώσεις. Τις εκκλησιαστικές τελετές τις βλέπετε μέ συγκατάβαση, δέν πηγαίνετε ούτε στον όρθρο, ούτε στον έσπερινό, κοιμάστε ως τό μεσημέρι... τί έρχεστε λοιπόν νά κάνετε;.. Πηγαίνετε σέ ξένο μοναστήρι μέ τό δικό σας τό Θεό καί φαντάζεστε πώς κάνετε μεγάλη τιμή στο μοναστήρι! Έτσι νά νομίζετε! Καλύτερα νά ρωτήσετε, τί στοιχίζουν στούς μοναχούς οί επισκέψεις σας. 'Ήρθατε εδώ πέρα απόψε καί πριν τρεις μέρες ήρθε ή προειδοποίηση από τήν υπηρεσία σας ότι πρόκειται νάρθείτε. Όλόκληρη τή μέρα χτές ετοιμάζανε τον ξενώνα καί σάς περιμένανε. Σήμερα έφτασε ή εμπροσθοφυλακή, ή αύθάδικη καμαριέρα, πού τρέχει πάνω - κάτω, κάνει φασαρία, βάζει τού κόσμου τις ερωτήσεις, διαφεντεύει... δέν μπορώ νά τήν υποφέρω! Σήμερα όλη τήν ήμέρα οί καλόγεροι ήταν σέ επιφυλακή: γιατί τό ξέρετε, άν δέν σάς υποδεχτούν μέ πομπή - αλλοίμονο τους! Θά παραπονεθείτε στο δεσπότη! «Δέ μέ αγαπούν, σεβασμιώτατε, οί μοναχοί. Δέν ξέρω τί τούς έκανα. 'Αλήθεια είμαι πολύ αμαρτωλή, αλλά είμαι τόσο δυστυχισμένη γυναίκα!» Ένα μοναστήρι άκουσε κι' όλας αύστηρή επιτίμηση. Ό αρχιμανδρίτης, άνθρωπος χαλκέντερος, μορφωμένος, δέν έχει ούτε στιγμή ελεύθερη κι' εσείς τον καλείτε καί τον χασομεράτε στον ξενώνα. Δέν έχετε κανένα σεβασμό ούτε στήν ηλικία ούτε στο ιερό σχήμα, θάτανε καλά αν κάνατε τουλάχιστον καί μεγάλες δωρεές, άλλα όλο αυτό τό διάστημα οί καλόγεροι δεν είδαν ποτέ τά λεφτά σας, ούτε εκατό ρούβλια!
'Όταν ανησυχούσαν την πριγκήπισσα, δεν την καταλάβαιναν, όταν τήν πλήγωναν καί δεν ήξερε τί νά κάνει, είχε τή συνήθεια νά αρχίζει τά κλάματα. Καί τώρα, επί τέλους, σκέπασε τό πρόσωπό της κι' έκλαψε μέ ψιλή, παιδιάστικη φωνίτσα. Ό γιατρός σώπασε μονομιάς καί τήν κύτταξε. Τό πρόσωπό του σκοτείνιασε κι' έγινε πολύ αυστηρό.
- Συγχωρέστε με, πριγκήπισσα - είπε μέ σιγανή φωνή. ·- Παραφέρθηκα από τό κακό αίσθημα καί ξεχάστηκα. Δέν είμαι καλά.
Καί ταραγμένος, βήχοντας, ξεχνώντας νά φορέσει τό καπέλλο του, απομακρύνθηκε γρήγορα από τήν πριγκήπισσα.
Στον ουρανό είχαν ανάψει τά αστέρια. Φαίνεται από τό άλλο μέρος τού μοναστηριού ανάτελε τό φεγγάρι, γιατί ό ουρανός ήταν φωτεινός, διάφανος καί χαϊδεμένος. Κατά μήκος τού τοίχου τού μοναστηριού πετούσαν οί νυχτερίδες.
To ρολόϊ είχε σημάνει παρά τέταρτο, σίγουρα έννηά παρά τέταρτο. Ή πριγκήπισσα σηκώθηκε καί μέ αργό βήμα προχώρησε προς τήν πόρτα. 'Ένοιωθε τήν προσβολή καί έκλαιγε καί νόμιζε πώς καί τά δέντρα, καί τά άστρα καί οί νυχτερίδες, όλα τήν λυπούνται. Καί τό ρολόϊ σήμανε κι' αυτό μελωδικά γιά νά τής δείξει τή συμπόνοια του. 'Έκλαιγε καί συλλογιζότανε πώς θάτανε καλά νά κλειστεί γιά πάντα στο μοναστήρι: τις γαλήνιες καλοκαιρινές βραδυές θά πήγαινε μόνη περίπατο κάτω από τις δεντροστοιχίες, ταπεινωμένη, πληγωμένη από τούς αχάριστους ανθρώπους καί μόνο ο Θεός καί ό ξάστερος ουρανός θά βλέπουνε τά δάκρυα τής τυραννισμένης ψυχής της. Στήν έκκλησία δέν είχε τελειώσει ακόμη ό εσπερινός. Ή πριγκήπισσα στάθηκε καί άφουγκράστηκε τήν ψαλμωδία. Πόσο ωραία αντηχούσε ό ψαλμός μέσα στον μαρμαρωμένο, σκοτεινό αέρα! Πόσο ωραία νά κλαίει κανείς καί νά υποφέρει κάτω από τούς ήχους αυτής τής ψαλμωδίας!
- 'Όταν γύρισε στον ξενώνα κύτταξε στον καθρέφτη τό κλαμένο της πρόσωπο καί πουδραρίστηκε, ύστερα κάθισε νά φάει. Οί καλόγεροι ήξεραν πώς τής αρέσει μαρινάτο ξυρίχι, μικρά μανιταράκια, κρασί μαλάγα καί συνειθισμένα μελοκούλουρα, πού δίνανε στο στόμα μιά μυρωδιά κυπαρισιού καί κάθε φορά πού ερχότανε στο μοναστήρι τι φιλέβανε μ' αυτά τά φαγητά. 'Όταν έτρωγε τά μανιτάρια πίνοντας καί τό κρασί τής μαλάγας συλλογιζότανε πώς θά τήν καταστρέψουνε τελειωτικά καί θά τήν έγκαταλείψουν, πώς όλοι της οί διευθυντάδες, οί υπάλληλοι, οί γραμματικοί καί οί καμαριέρες, πού τόσα έκανε γι' αυτούς, θά τήν προδώ- σουν καί θά αρχίσουν νά μιλάν άσχημα καί πώς όλοι οί άνθρωποι τής γής θά τής επιτίθενται, θά τήν κακολογούν καί θά τήν γελάνε. Θά παραιτηθεί από τον πριγκηπικό τίτλο, τά λούσα καί τήν κοινωνία καί θά άποσυρθεί σέ μοναστήρι καί δέ θά βαρυγκομήσει ένάντια σέ κανένα. Θά προσεύχεται γιά τή σωτηρία των εχθρών της καί τότε όλοι θά τήν εννοήσουν, θά έρθουν καί θά τήν παρακαλούν νά τούς συγχωρέσει, αλλά θά είναι πιά αργά...
Και υστέρα από τό δείπνο γονάτισε εμπρός στην εικόνα και διάβασε δυο κεφάλαια από τό Ευαγγέλιο. ''Ύστερα ή καμαριέρα της έστρωσε τό κρεβάτι καί ή πριγκήπισσα έπεσε νά κοιμηθεί. Τεντώθηκε κάτω από τό άσπρο σκέπασμα, αναστέναξε γλυκά καί βαθειά, δπως αναστενάζουν υστέρα από τό κλάμα, έκλεισε τά μάτια καί άρχισε νά αποκοιμάται...
Τό πρωί ξύπνησε καί κύτταξε τό ρολογάκι της. Ήταν ή ώρα 9 . Πάνω στο ταπέτο ξεχώριζε στενή καί ζωηρή φωτεινή λουρίδα από τις αχτίδες που έμπαιναν από τό παράθυρο καί φώτιζε ασθενικά τό δωμάτιο. Πίσω από τά μαύρα παραπετάσματα στο παράθυρο θορυβούσαν οί μύγες.
«Νεκρή!» - σκέφτηκε ή πριγκήπισσα καί έκλεισε τά μάτια.
Τεντώνοντας καί χουζουρεύοντας μέσα στο κρεβάτι, θυμήθηκε τή χτεσινή συνάντηση μέ τό γιατρό καί όλες εκείνες τις σκέψεις πού έκανε όταν έπεσε νά κοιμηθεί. Θυμήθηκε πώς είναι δυστυχισμένη. Ύστερα πέρασαν από τή μνήμη της ό άντρας της, πού ζούσε στήν Πετρούπολη, οί διευθυντάδες, οί γιατροί, οί γείτονες καί οί γνωστοί ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι... Μιά μακρυά ουρά αντρικά πρόσωπα πέρασαν από τή φαντασία της. Χαμογέλασε καί σκέφτηκε πώς οί άνθρωποι αυτοί αν μπορούσαν νά μπούνε μέσα στήν ψυχή της καί νά τήν εννοήσουν, θά έπεφταν όλοι στά πόδια της...
Στις έντεκα καί τέταρτο φώναξε τήν καμαριέρα.
- Θέλω νά ντυθώ, Ντάσα -της είπε ράθυμα. - Καλύτερα πήγαινε πριν νά πεις νά ξεζέψουνε τά άλογα. Πρέπει νά πάω στής Κλαύδιας Nικολάεβνας.
'Όταν βγήκε από τον ξενώνα γιά νά κάτσει στο αμάξι, άνοιγόκλεισε ελαφρά τά μάτια από τό δυνατό φως τής ήμέρας καί γέλασε από ευχαρίστηση. Ήταν ένας καιρός θαύμα! Κυττάζοντας μέ μισόκλειστα μάτια τούς μοναχούς πού είχαν μαζευτεί στο κατώφλι γιά νά τήν προβοδίσουν, πρόσχαρα τούς άποχαιρέτησε, κουνώντας τό κεφάλι καί είπε:
- Χαίρετε, φίλοι μου! Εις τό έπανιδείν μεθαύριο.
'Ηταν μιά ευχάριστη έκπληξη γι' αυτήν όταν είδε τό γιατρό νάναι κι' αυτός στο κατώφλι μαζύ μέ τούς καλογέρους. Τό πρόσωπό του ήταν ωχρό καί αυστηρό.
- Πριγκήπισσα - τής είπε, βγάζοντας τό καπέλλο του καί χαμογελώντας μέ ύφος αμαρτωλό - είναι ώρα πού σάς περιμένω έδώ πέρα. Σάς ζητώ συγγνώμην, γιά όνομα τού Θεού... 'Ένα κακό εκδικητικό αίσθημα μέ παράσυρε καί σάς είπα... τού κόσμου τις ανοησίες. Μέ λίγα λόγια σάς ζητώ συγγνώμην.
Ή πριγκήπισσα χαμογέλασε καί τού έτεινε τό χέρι στά χείλια του. Τό φίλησε καί κοκκίνισε.
Προσπαθώντας νά μοιάζει μέ πουλάκι, ή πριγκήπισσα λες καί φτερούγιζε μέσα στο αμάξι καί χαιρετούσε μέ τήν κίνηση τής κεφαλής πρός όλες τις διευθύνσεις. 'Ένα εύθυμο αίσθημα κυρίευε τήν ψυχή της, ένα φώς, μιά θέρμη καί ή ίδια ένοιωθε πώς τό χαμόγελό της ήταν ασυνήθιστα χαϊδευτικό καί τρυφερό. 'Όταν τό αμάξι πέρασε τήν πόρτα καί τράβηξε στο σκονισμένο δρόμο μπρός από τις καλύβες καί τούς κήπους, μπρος από τΙς μακρυές σειρές των άμαξιών μέ τους πραματευτάδες καί τους προσκυνητές, που κατέφθαναν στό μοναστήρι, εξακολουθούσε νά μισοκλείνει τά μάτια της καί νά χαμογέλα τρυφερά. Συλλογιζόταν ότι δέν υπάρχει ανώτερη απόλαυση από του νά σκορπίζεις παντού τη θερμότητα, τό φως καί τη χαρά, νά συγχωρείς τις προσβολές καί νά χαμογελάς πρόσχαρα στους εχθρούς. Οί μουζίκοι, που συναντούσε στό δρόμο, τη χαιρετούσαν, έλαφρά κυλούσε ή καρότσα, κάτω από τους τροχούς σηκώνονταν σύννεφα σκόνης, που ο αέρας τά έρριχνε πάνω στή χρυσωμένη σίκαλη καί ή πριγκήπισσα είχε τό αίσθημα πώς τό σώμα της λικνίζεται όχι πάνω στά μαξιλάρια της καρότσας, αλλά πάνω στά σύννεφα καί πως καί ή ίδια έμοιαζε μέ έλαφρό, διάφανο συννεφάκι...
- - Τί ευτυχής που είμαι! - ψιθύριζε, κλείνοντας τά μάτια. - Τί ευτυχής που είμαι!
