όλους αύτούς, πρόκριτους, καλαμαράδες καί «γερόντους», σαν τραγιά θό τούς έσφαζε ομαδικά ό λαός

2021-02-09

Τρεις φορές (στά Βέρβαινα, στή Ζαράκοβα καί στό Άστρος) όλους αύτούς, πρόκριτους, καλαμαράδες καί «γερόντους», σαν τραγιά θό τούς έσφαζε ομαδικά ό λαός άν μή ό Κολοκοτρώνης έπί τόπου: «"Ελληνες!... τούς είπε, να συχάσετε. Να σκοτώσετε τούς "Αρχοντας θέλετε πάλι; Μή φοβάστε, κλεισμένους τούς έχουμε στόν Πύργο σαν πουλιά, μα δέν έχουν φτερά γιά να πετάξουν. Κι άντίς πρίν σκεφτούμε τούς σκοτώσουμε, τούς σκοτώνουμε μετά μιά ώρα αφού σκεφτούμε, αν τόβρουμε σωστό νά σκοτωθούν. Έδώ τούς έχουμε. Έγώ σας τούς παραδίνω. 'Έχετε λοιπόν υπομονή.(Δ. Κόκκινος, τ. 2, σελ. 244).

Σκαρίμπας το 21 και η αλήθεια.

Σε αυτό το άρθρο θα διαβάσουμε μερικά λήμματα από το λεξικό της επαναστάσεως του 1821 του ΧΡ. Α. ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ, εκδόσεις ΔΕΔΕΜΑΔΗ.

Για την ακρίβεια τέσσερα λήμματα, τα εξής.

  • Κοτζάμπασης.
  • Κωλέτης.
  • Μαυροκορδάτος.
  • Η εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου.

Ο λόγος είναι για να δείξουμε τι σημαίνει η λέξη κοτζαμπασισμός.

Στην σύγχρονη ιστοριογραφία κατόπιν της συντριπτικής επικρατήσεως του νεοφιλελευθερισμού διάφοροι ιστορικοί προσπάθησαν να απαλύνουν τον ρόλο αυτού του μορφώματος εξουσίας του κοτζαμπασισμού -φαναριωτισμού -εφοπλισμού.

Έτσι το πρώτο πού αμφισβήτησαν είτε πονηρώς σκεφτόμενοι είτε ελλιπώς καταρτισμένοι φιλοσοφικά και πολιτικά είναι ότι δεν μπορούμε με τους σύγχρονους όρους ολιγαρχικός, προοδευτικός, αντιδραστικός να κρίνουμε τους τότε συμμετέχοντες στην επανάσταση του 1821. Έτσι απορρίπτουν σειρά ελλήνων ιστορικών της επανάστασης του 1821 πχ. Κόκκινος.

Δυστυχώς για τους ίδιους όμως η ολιγαρχία, ο ολιγαρχικός, οι έννοιες αυτές παραμένουν αναλλοίωτες στο πέρασμα του χρόνου.

Διαβάζουμε σε ένα τυχαίο λεξικό, για αποφυγή παρεξηγήσεων όλα στο περίπου τα ίδιο λένε.

Ολιγαρχία λέγεται το πολίτευμα στο οποίο η πολιτική εξουσία ασκείται από ένα μικρό τμήμα της κοινωνίας. Η λέξη προέρχεται από τις λέξεις ὀλίγον και ἄρχω.

Στην αρχαιότητα η οικονομική δύναμη ταυτιζόταν με τα πολιτικά αξιώματα και με την στρατιωτική δύναμη.

Στους κοτζαμπάσηδες η οικονομική δύναμη ταυτιζόταν με το πολιτικό αξίωμα.

Στις ημέρες μας η πολιτική εξουσία ανάλογα την κάθε χώρα μπορεί να ταυτίζεται ή να αλληλοδιαπλέκεται με την οικονομική εξουσία.

Με λίγα λόγια μία μικρή μειοψηφία πού έχει την οικονομική και πολιτική δύναμη και αυτή αποφασίζει ερήμην της πλειοψηφίας , αυτή είναι η ολιγαρχία της κάθε χώρας.

Κλασσική περίπτωση οι κοτζαμπάσηδες και οι εφοπλιστές προτού την επανάσταση του 1821.

Οπότε αναρωτιόμαστε πως μπορεί διαφορετικά να ονομαστεί η ολιγαρχία εκείνης της εποχής; ή ολιγαρχία δεν ήταν ολιγαρχία, δηλαδή τι ήταν; καλό είναι να σταματήσουμε να παίζουμε με τις έννοιες των λέξεων.

Μέσα στην ολιγαρχία πολλές φορές υπάρχουν σφοδρές αντιπαραθέσεις πού φτάνουν μέχρι τον εμφύλιο πόλεμο. Κλασσικό παράδειγμα η ιστορία της Ρώμης και στην νεοελληνική ιστορία η εποχή του Βενιζέλου και βασιλιά Κωνσταντίνου, όπως έχει επικρατήσει με την ονομασία εθνικός διχασμός.

Έτσι τα διαφορετικά συμφέροντα των κοτζαμπάσηδων, εφοπλιστών και οι μεταξύ τους αντιπαραθέσεις δεν αναιρούν την ολιγαρχική κοινωνική φύση τους. Όπως και οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των κοτζαμπάσηδων, και τμημάτων των εφοπλιστών εναντίον άλλων τμημάτων τους.

Ας δούμε τώρα τις λέξεις προοδευτικός, αντιδραστικός και τι μπορεί να σημαίνανε την τότε εποχή.

Προοδευτικός μπορεί να ονομαστεί όποιος ήθελε την επανάσταση, ενεργούσε προς αυτή την κατεύθυνση, προσπαθούσε να συνενώσει τους έλληνες, ήθελε μία ελεύθερη χώρα.

Αντιδραστικός δεν θα μπορούσε να ονομαστεί όποιος δε ήθελε την επανάσταση ή έβαζε συνέχεια προσκόμματα για την έναρξη της ;

όπως και όποιος έσπερνε την διχόνοια, έβαζε πάνω από τον αγώνα τα προσωπικά του συμφέροντα και της τάξης του;

όπως και όποιος υποδούλωνε την χώρα του σε νέους δυνάστες με την δικαιολογία ότι θα βοηθήσουν στην απελευθέρωση της χώρας;

όπως και όποιος έστελνε τους οπλαρχηγούς με τα ασκέρια τους εναντίον των αγροτών όχι γιατί είχανε καμία αντιδικία εναντίον τους αλλά μόνο για να τους λεηλατήσουν;

Ούτε οι Τούρκοι δεν έστελναν τον στρατό τους να λεηλατήσουν τους υπηκόους τους μουσουλμάνους.

Αυτά νομίζω ότι λέει η κοινή λογική για ποιους θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε προοδευτικούς και ποιους αντιδραστικούς την τότε εποχή.

Τώρα όσο για τους οπλαρχηγούς. Αυτοί σήκωσαν το κύριο βάρος του απελευθερωτικού αγώνα, αρκετοί από αυτούς είχαν άμεσες σχέσεις με την αγροτιά, την πλειοψηφία του λαού, την υποστήριζαν και ακόμα αν θεωρούσαν οι κοτζαμπάσηδες -φαναριώτες- εφοπλιστές ότι οι στρατιωτικοί θα αυξήσουν την δύναμη τους για προσωπικό όφελος αυτό δεν ήταν επαρκής δικαιολογία για να σαμποτάρουν το έργο τους, τον πόλεμο εναντίον των Τούρκων.

Όπως ότι διέφθειραν, κακόμαθαν τους οπλαρχηγούς με τις αγγλικές λίρες οι φαναριώτες με αποτέλεσμα να αρχίσουν να σφάζονται μεταξύ τους οι οπλαρχηγοί και να σφάζουν τους αγρότες για να τους λεηλατήσουν.

Δυστυχώς για κάποιους αλλά υπάρχουν τα αρχεία πού αποδεικνύουν τον ρόλο του καθενός κατά την επανάσταση του 1821.

Διαβάζουμε για τον ρόλο του καθενός.

1. Κοτζάμπασης.

Έτσι όνομάζονταν στον καιρό τής τουρκοκρατίας ό Έλληνας, προεστός ή δημογέροντας. Οί Τούρκοι, άμόρφωτοι πολεμιστές και ασυνήθιστοι άπό δουλειά, όταν καταχτήσανε πολ­λούς τόπους άναγκάστηκαν νά χρησι­μοποιήσουν ντόπιους γιά νά ξεζουμί­σουν χωρίς πολλούς κόπους και σκο­τούρες τό ραγιά. Βασικό δέχτηκαν τόν διοικητικό μηχανισμό τής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Οί ντόπιοι αυτοί δημο­γέροντες καί προεστοί αντιπροσωπεύανε τούς ραγιάδες τού τόπου τους, δή­μου, έπαρχίας περιοχής, καί ήταν υπεύ­θυνοι για τό ποσό τού φόρου πού έπρε­πε ό τόπος τους νά δώση στόν πασά κάθε χρόνο. Αυτοί όρίζανε τήν αναλο­γία πού έπρεπε να δώσει τό κάθε χω­ριό, καί πιό κάτου ό κάθε ραγιάς, γιά νά μαζευτή τό ποσό πού θά έδιναν στόν πασά. Μά είσπράττανε πολύ περισσό­τερα καί τά παραπανίσια τά έβαζαν στό κεμέρι τους. 'Έτσι άπόχτησαν, μέ τόν καιρό, άπό γενηά σέ γενηά, πλούτο και δύναμη, άλλά καί πολιτική έπιρροή. Στό Μοριά, ιδιαίτερα, έφτασαν να έ­χουν τέτοια δύναμη που νά άνεβοκατεβάζουν πασάδες στή θέση του Μόρα βαλεσή (Διοικητή τού Μοριά). Χωρί­ζονταν δέ σέ φατρίες. Και ή μιά φα­τρία των κοτζαμπάσηδων υποστήριζε τόν ένα πασά, ή άλλη τον άλλον, κι έτσι άλληλοτρώγονταν, και όχι σπάνια-έπεφτε τό κεφάλι των κοτζαμπάσηδων η άκόμα καί τού πασά μέ σουλτανικό φερμάνι. Τόν καυγά δέ των Τούρκων και κοτζαμπάσηδων (πού τούς όνόμαζαν ύβριστικά καί τουρκοκοτζαμπάσηδες) πάντα ό ραγιάς τόν πλήρωνε. Ό Φωτάκος παραστατικά περιγράφει τούς κοτζαμπάσηδες άναφέροντας κοντά στ' άλλα καί τά έξης: «Ούτοι ένήργουν ώς ύπηρέται των όρέξεων τών Τούρκων, καί τό έπάγγελμα αύτό ήτο ό πόρος της Απαλλαγής των άπό τά βάρη καί τάς φορολογίας. Είσέπρατταν έκατόν καί έ­διδαν  μόνον είκοσι πέντε, εξαπατώντας τούς Τούρκους.

Τοιούτος ήτο ό κοτζάμπασης, όστις και κατά τά άλλα πάντα έμιμείτο τόν Τούρκον, καθώς εις τήν ενδυμασίαν, είς τούς εξωτερικούς τρόπους καί είς τά τής οικίας του. Ή ευζωία του ήτο όμοία μέ έκείνην του Τούρκου, και μό­νον κατά τό άνομα διέφερεν, άντί π.χ. νά τόν λέγουν Χασάνην, τόν έλεγαν Γιάνην, και άντί νά πηγαίνω εις τό τζαμί έπήγαινεν είς τήν εκκλησίαν. Μόνον κατά τούτο υπήρχε διάκρισις. Και μόλον τούτο ό Τούρκος του έκοφτε τό κεφάλι, όταν ήθελε, καί έπί τρεις ημέρας είχεν έκτεθειμένον τόν νεκρόν του είς τήν άγοράν, τήν δέ κεφαλήν του τήν έθετεν είς τά όπίσθιά του πρός περιοσοτέραν καταφρόνησιν, ένώ έκεί­νην του Τούρκου τήν έθετεν ύπό τήν Αμασχάλην του. Έκ τούτων όλων φαί­νεται, αν ό κοτζάμπασης ήτο, ή όχι, λα­οπρόβλητος.

Οί στελλόμενοι εις την καθέδραν του Σουλτάνου ώς δήθεν πληρεξούσιοι, ώς είπαμε, αυτοί ένεργούσαν καί προητοίμαζαν τήν άποστολήν νέου πασά. Έκείθεν ώδήγουν τους Τούρκους της φα­τρίας των είς τήν Πελοπόννησον πως νά φέρωνται υπέρ, η κατά του πασά, κατά τάς περιστάσεις. Αύτός ό συνεχής καί άδιάκοπος πόλεμος έγίνετο καί ή τυραννία ποτέ δέν έλειπεν άπό τόν δυστυχή ραγιάν. Τήν τοιαύτην δέ άσυνείδητον καί άτιμον διαγωγήν όνομάζουν τινές σύστημα πολιτικόν καί δη­μοκρατικόν μάλιστα. 'Αλλά ποιος άρωτούσε τους δυστυχείς ραγιάδες;  Ό Τούρκος μόνον τούς έλεγε: «Βρέ! αυ­τόν θέλω νά άκούτε, ειδεμή σάς κόβω τό κεφάλι.

Βασικό λοιπόν στήριγμα των κοτζαμ­πάσηδων ήταν ή τουρκική έξουσία. Τά συμφέροντά τους ήταν στενά δεμένα μέ των τυράννων. Άποτελέσανε τήν ντόπια άριστοκρατία, καί πολλές φορές τυραννούσαν τό ραγιά περισσότερο άπ' τούς Τούρκους.

'Όταν έφτασε ή ώρα τού σηκωμού, δέν τόν ήθελαν. Γιατί αν πετύχαινε δέν ήταν βέβαιοι κατά πόσο θά διατηρούσαν τά προνόμιά τους, τά πλούτη τους κτλ. Έάν πάλι δέν πετύχαινε ήτανε κίνδυ­νος νά έχαναν τά πάντα, καί τό κεφάλι τους άκόμα. Γι αυτό αντιδράσανε. Πά­σχισαν γι' άναβολές, ζητούσαν έγγυήσεις γιά έξωτερικές βοήθειες κλπ. Οι περισσότεροι βιάστηκαν άπό τά πράγμα­τα νά πάρουν μέρος στον 'Αγώνα. Δέν έλειψαν βέβαια καί οί πατριωτικές χει­ρονομίες άπό όρισμένους άπ' αυτούς, άλλ' αυτό δέν άλλάζει τή βασική δια­πίστωση, ότι άπό ταξική σκοπιά έβλε­παν τον 'Αγώνα πού θ' άρχιζε. Τό κα­κό ήταν ότι σ' όλη τή διάρκεια τού α­πελευθερωτικού πολέμου, μ' έλάχιστες έξαιρέσεις, συνέχισαν νά σκέπτονται καί νά ενεργούν με γνώμονα τό ταξικό τους συμφέρον. Καί αυτό στάθηκε ή αιτία πολλών έσωτερικών συγκρούσεων πού πισωδρόμησαν την Επανάσταση σε σημείο νά κινδυνέψει νά σβήση. Τό γε­γονός ότι πολλοί άπ' αυτούς, όπως ό Κανέλλος Δεληγιάννης, Παπατσώνης, Νοταραίοι κλπ. έζωσαν τα άρματα καί πολέμησαν τους Τούρκους καί τό γε­γονός άκόμα ότι έχασαν τό βιός τους κατά τη διάρκεια τού 'Αγώνα καί ή άπελευθέρωση τους βρήκε φτωχούς, δεν απαλλάσσει τήν τάξη των κοτζαμπάση­δων για τό άντιπατριωτικό φέρσιμό τους, πού τόσο άκριβά τό πλήρωσε η έπαναστατημένη Ελλάδα και οί κατο­πινές γενηές. Τό μεγάλο τους έγκλη­μα ήταν ότι, μέ συμμάχους καί συμβουλάτορες τόν Μαυροκορδάτο και τόν Κωλέτη, πολέμησαν κρυφά καί φανερά τους στρατιωτικούς, Κολοκοτρώνη, Υψηλάντη, Όδυσσέα Ανδρούτσο, Καραϊσκάκη κλπ. καί αυτός τους ό πόλεμος είχε αφάνταστα καταστρεπτική έπίδραση στίς προσπάθειες των ξεσηκωμένων ραγιάδων νά ελευθερωθούν. Oi περισ­σότεροι άπό τους κοτζαμπάσηδες δέν άποβάλανε τη φεουδαρχική νοοτροπία, ούτε και όταν ό τιτάνιος και υπέροχος 'Αγώνας κατά τής τουρκικής τυραννίας είχε φέρει τήν καθολική σχεδόν έθνική καί πατριωτική άνάταση στόν υπό­λοιπο λαό. Oi άντίπαλοί τους στις έσωτερικές διαμάχες τους έλεγαν «τουρκολάτρες.

Πάντως δέν είναι ψέμα ότι, αφού σύρθηκαν στόν 'Αγώνα, πάσχισαν μέ όλα τά μέσα νά πάρουν στά χέρια τους τήν ηγεσία του γιά νά μπουν αύτοί στόν τόπο των Τούρκων πασάδων.

Από την μηχανή του χρόνου.

Ο ρόλος των κοτζαμπάσηδων την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Γιατί οι χριστιανοί ζήταγαν από τους Τούρκους να τους προστατεύσουν από τις αυθαιρεσίες τους  Οι προύχοντες ή προεστοί ή κοτζαμπάσηδες ήταν οι Έλληνες που συνεργάζονταν με τους Τούρκους και ασκούσαν σε τοπικό επίπεδο τη διοίκηση των ραγιάδων. Δεδομένου ότι ο ελληνισμός έμεινε υπόδουλος τέσσερις αιώνες, ήταν πολύ λογικό να υπάρξει συνεργασία με την Υψηλή Πύλη. Όμως, πολλοί Κοτζαμπάσηδες δεν ήταν απλά συνεργάτες των Τούρκων, αλλά έγιναν δυνάστες των Ελλήνων. Ντύνονταν με τούρκικες γούνες, φέρονταν σαν Τούρκοι για να τονίζουν την εξουσία τους και έβλεπαν υποτιμητικά τον αγράμματο λαό, που οργισμένος τους αποκαλούσε "Χριστιανούς Τούρκους", για να τους προσβάλει. Δουλειά τους ήταν να εισπράττουν φόρους και να επιβάλουν την τάξη, με όποιο τρόπο έκριναν σκόπιμο. «Πασά μου προστάτεψε μας από τον προεστό» Σε ορισμένες περιπτώσεις η κατάχρηση εξουσίας ανάγκαζε τους Έλληνες να ζητάνε απ' τον Τούρκο άρχοντα να τους προστατέψει από την άγρια εκμετάλλευση και την κακομεταχείριση του Έλληνα προεστού, που η απληστία του είχε εξουθενώσει τους χριστιανούς! Το 1909, οι κάτοικοι της Σκύρου απευθύνθηκαν στον Καπουδάν Πασά: "Βλέποντες την αθλίαν κατάστασιν της κοινότητας και δοκιμάζοντες τα μύρια κακά και ζουλούμια, όπου μας έχουν πουλημένους αυτοί οι διοικηταί κοτζαμπάσηδες και μας κατήντησαν από τα βαρύτατα δοσίματα και ζημίες δια να κατασκορπιστούμε από την νήσον μας ρίχνοντας μας τεφτέρι ανυπόφερτο έξω από τις δυνάμεις μας". Το 1816, οι κάτοικοι της Άνδρου ζήτησαν τη βοήθεια του Τούρκου, Γιουσού Εφέντη: "Η χρεία και η ανάγκη μας παρακινούν ελπίζοντες στην ευσπλαχνία σου (...) στο να σου φανερώσωμεν και εγγράφως τα όσο αδίκως και παραλόγως μας έχει παρμένα ο Γραμματικός Αντωνάκης Καμπάνης στο τεφτέρι του Γραμματιλικίου του (...) επειδή δια να στρωθεί τεφτέρι, δεν κάνει σύναξην παρά την πάλαιαν συνήθειαν του χωριού μας αλλά συνάζει κάποιους λωλούς οι οποίοι όντας μεθυσμένοι απ' αυτόν, δεν μας αφήνουν να ομιλήσουμε εκείνο το οποίο ήτο παλαιά συνήθεια και τα δίκαιον". Οι κοτζαμπάσηδες ανταγωνίζονταν στα πλούτη μόνο τους Τούρκους αξιωματούχους και σε πολλές περιπτώσεις, τους ξεπερνούσαν. Υπολογίζεται ότι τα τελευταία χρόνια πριν την επανάσταση του 1821, οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις στην Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα, Ήπειρο και Θεσσαλία που ανήκαν στο τούρκικο δημόσιο έφταναν τα 6 εκατομμύρια στρέμματα. Οι εκτάσεις που ανήκαν στους Έλληνες κοτζαμπάσηδες, ξεπερνούσαν τα 9,5 εκατομμύρια στρέμματα.  Σε ορισμένες περιπτώσεις η κατάχρηση εξουσίας ανάγκαζε τους Έλληνες να ζητάνε απ' τον Τούρκο άρχοντα να τους προστατέψει από την άγρια εκμετάλλευση και την κακομεταχείριση του Έλληνα προεστού, που η απληστία του είχε εξουθενώσει τους χριστιανούς! Οι βεκίληδες Το 1714, οι πρόκριτοι του Μοριά αποφάσισαν να αποτινάξουν τη βάναυση ενετική κατοχή και να προσφέρουν τον τόπο τους στους Οθωμανούς. Κάλεσαν τον Τοπάλ πασά της Θήβας και τον άφησαν να μπει στην Πελοπόννησο με τον στρατό του. Ο Μοριάς έγινε τούρκικη επαρχία μέσα σε 100 μέρες. Η κίνησή τους εκτιμήθηκε δεόντως από τους Τούρκους, που ανταπέδωσαν με παραχώρηση προνομίων. Όμως οι προύχοντες δεν υπολόγισαν την αντίδραση του λαού, που δεν ήταν διατεθειμένος να καλοσωρίσει τον τουρκικό ζυγό και σε κάποιες περιπτώσεις προέβαλε σθεναρή αντίσταση. Οι Τούρκοι πήραν ομήρους στην Κωνσταντινούπολη, μέλη από τις οικογένειες των προκρίτων, ώστε οι οικογένειες τους να κρατάνε ήρεμο το λαό. Αυτή ήταν μια συνηθισμένη πρακτική. Ονομάστηκαν "βεκίληδες" και λειτουργούσαν ως εγγυητές της υπακοής των Πελοποννήσιων στην τουρκική εξουσία. Όμως οι βεκίληδες, δεν έμειναν άπραγοι στην Πόλη όπου είχαν την ευκαιρία να είναι δίπλα στο κέντρο των αποφάσεων. Απολάμβαναν τα προνόμια που τους εξασφάλισε η συνεργασία τους με τους Τούρκους και κινούσαν τα νήματα έτσι ώστε να εκμεταλλευτούν κάθε σπιθαμή του Μοριά, προς όφελός τους. Φυσικά σε κάποιες περιπτώσεις πλήρωναν και οι ίδιοι βαρύ το τίμημα της συνεργασίας, είτε με φυλακίσεις και ξυλοδαρμούς είτε με εκτελέσεις. Ο ρόλος τους στην επανάσταση Ο ξεσηκωμός του 1821 ανησύχησε πολλούς κοτζαμπάσηδες που φοβόντουσαν την αποτυχία και τα αντίποινα των Τούρκων. Άλλωστε αυτοί είχαν να χάσουν πολλά, σε αντίθεση με το λαό που θα έχανε μόνο τα δεσμά του. Όταν η φλόγα έγινε τεράστια λάβα και η επανάσταση απλώθηκε παντού, οι κοτζαμπάσηδες εντάχθηκαν και ηγήθηκαν αφού διέθεταν χρήματα και δικό του ασκέρι. Πολέμησαν, όχι μόνο επειδή και αυτοί ήθελαν την ελευθερία και την εκδίωξη των Τούρκων, αλλά γιατί με τη συμμετοχή τους θα εξασφάλιζαν ότι η επόμενη μέρα θα τους έβρισκε πάλι προύχοντες και προνομιούχους. Όπως έγραψε και ο Γάλλος Πρόξενος στα Ιωάννινα, Πουκεβίλ: "Όταν οι κοτζαμπάσηδες μιλάνε για ελευθερίες δεν είναι για να καλυτερέψει η θέση του λαού, αλλά για να μπουν οι ίδιοι στη θέση των Τούρκων".

 Πηγή χαρακτηριστικής εικόνας: Wikimedia Commons...Διαβάστε όλο το άρθρο: https://www.mixanitouxronou.gr/kakometachirisi-ke-ekmetallefsi-ton-ftochon-ragiadon-apo-tous-tourkoproskinimenous-kotzampasides/

2. Κωλέτης Ιωάννης.

Γεννήθηκε στο Συρράκο τής Ηπείρου, κατ' άλλους τό 1780 και κατ' άλλους τύ 1784. Στύ χω­ριό του έμαθε τά πρώτα γράμματα και ύστερα πήγε στους Καλαρρύτες, όπου είχε για δάσκαλο έναν ΙΙαπαγιώργη. Δέκαπεντάχρονος περίπου έγινε υπάλ­ληλος στο μπακάλικο του Κώστα Δή­μου στα Γιάννενα. Ό πλούσιος θείος του Γεώργιος Τουρτούρης τον πήρε από το μπακάλικο και τον βοήθησε νά σπουδάση κοντά στον ξακουστό δάσκαλο ε­κείνης της εποχής, τόν Θανάση Ψαλίδα. Εικοσάχρονο περίπου τόν έστειλε στην Πίζα τής 'Ιταλίας, όπου έσπούδαοε γιατρός. Γύρισε το 1813 στά Γιάν­νενα και χάρη στις γνωριμίες τού θείου του Γ. Τουρτούρη και τήν προστασία του, ό Κωλέτης έγινε γιατρός του Μουχτάρ πασά, γιου τού Άλή πασά. Ό Μουχτάρ για νά τόν έχη δεμένον κον­τά του, τον άρραβώνιασε μέ τήν κόρη μιας παλλακίδας του, τή Ρούσω Πλέσσα. Ό Κωλέτης όμως, όλο και ανέβαλ­λε τό γάμο, πού τελικά δεν έγινε. Μπα­σμένος στο μυστικό τής Φιλικής Εται­ρείας σκεπαζόταν από τήν επίσημη θέ­ση του, και τό θείο του, που είχε τά πιστά και μεγάλη επιρροή στόν 'Αλή πασά. "Οταν ό σουλτάνος έκήρυξε, τό 1820, τόν πόλεμο κατά του Άλή, ο Κω­λέτης έκανε τόν άρρωστο και δεν ακο­λούθησε τόν Μουχτάρ οτό Βεράτι. Κατάφερε μάλιστα τόν Άλή και δεν τόν πήρε μαζί του στό κάστρο, που κλεί­στηκε, άλλα τόν άφησε στήν πόλη των Ίωαννίνων γιά νά έπιβλέπη, όπως προ­φασίστηκε ό Κωλέτης, τους άλλους 'Έλ­ληνες νά μή φύγουν. Έτσι βρήκε τήν ευκαιρία, και ντυμένος χωριάτικα δρα­πέτευσε τόν 'Ιούνιο τού 1821, από τά Γιάννενα. Πήγε στο χωριό του και πή­ρε μέρος στό σηκωμό των κατοίκων, που τέλειωσε μέ αποτυχία. Ό Κωλέτης υστερ' απ' αυτό έφυγε και πήγε στό Με­σολόγγι. "Από έκεί, τελειώνοντας τό κα­λοκαίρι τού 1821, πέρασε στο Μοριά. Οχι γιά νά πολεμήση τούς Τούρκους άλλα γιά νά πάρη, μέ κάθε τρόπο, τρα­νά πόστα στό διοικητικό μηχανισμό που είχαν σκαρώσει, μετά τις πρώτες έπιτυχίες του έπαναστατημένου λαού, οί κοτζαμπάσηδες. Καί τό πέτυχε. Στους απλοϊκούς και αγράμματους άνθρώπους τής εποχής έκείνης έκανε, καθώς ήταν φυσικό, εντύπωση ό υποκριτικά γλυκο­μίλητος γιατρός τού Μουχτάρ πασά, ό σπουδασμένος στην Ευρώπη, τό ευχά­ριστο παρουσιαστικό του μέ τήν καλή κορμοστασιά του, μέ τις ξένες γλώσ­σες του και μέ τους τρόπους του που σκλάβωναν. Ό ψεύτικος πατριωτισμός του ήταν τόσο καλά χρυσωμένος μέ ω­ραία λόγια που ξεγελούσε και άνθρώ­πους έξυπνους, σαν τον Παπαφλέσσα.

Στην Α' Εθνική Συνέλευση τής Επί­δαυρου ό Κωλέτης ήταν παραστάτης των έπαναστατημένων περιοχών της Η­πείρου. Και ή παράταξη του Μαυροκορδάτου καί των κοτζαμπάσηδων, που επικράτησε στη Συνέλευση εκείνη, διώρισε τόν Κωλέτη, στις 15 Γενάρη 1822, ύπουργό, «μινίστρο», των Εσωτερικών και προσωρινά του Πολέμου, γιατί ό Νότης Μπότσαρης, που ορίστηκε υπουρ­γός του Πολέμου, ήταν κλεισμένος στο Σούλι. Στις άχαλίνωτες φιλοδοξίες του ό πολιτικάντης Κωλέτης δυο κυρίως εμ­πόδια έβλεπε σοβαρά. Τόν Κολοκοτρώνη στό Μοριά καί τόν Όδυσσέα Άνδρούτσο στη Ρούμελη. Αυτούς δεν μπο­ρούσε νά τούς ξεγελάση, ούτε νά τους έχη του χεριού του. Βάλθηκε λοιπόν νά τους έξουδετερώση μέ όλα τά μέσα, θεμιτά καί άθέμιτα. Τή θέση που είχε στήν κυβέρνηση τή χρησιμοποίησε γιά τους δικούς του άνομους καί άτιμους σκοπούς. Καί ήταν ό πρώτος «τή τάξει* υπουργός, όσο άπουσίαζε ό πρόεδρος του Εκτελεστικού Μαυροκορδάτος στη Δυτική Ελλάδα. Γιά νά μήν πάρη ό Κολοκοτρώνης τήν Πάτρα καί δυναμώση πιότερο, έραδιούργησε ό Κωλέτης κοτζαμπάσηδες καί καπεταναίους, πού τ' άσκέρια τους ήταν υπό τις διαταγές του Κολοκοτρώνη καί πολιορκούσαν τήν Πάτρα. Κατάφερε νά διαλύση τήν πο­λιορκία τής Πάτρας, αφού έπέτυχε νά έγκαταλείψουν τό πολιορκητικό στρα­τόπεδο πέντε χιλιάδες περίπου άγωνιστές καί νά μείνουν στόν Κολοκοτρώ­νη μόνο δύο χιλιάδες. Καί γιά τό άποτέλεσμα εκείνο, που ήταν «έργο των χειρών» του, ό Κωλέτης επιτιμούσε μέ άληπασαλίδικη δολιότητα τον Κολοκο­τρώνη, γράφοντάς του ότι δέν έκανε καλά που διέλυσε τήν πολιορκία τής Πάτρας. Κατάφερε και τήν Πελοποννησιακή Γερουσία νά γράψη καί αυτή γράμμα, έπιτιμητικό στόν Κολοκοτρώ­νη, όπου τον έβριζε Ήρόστρατο, κ.τ.λ. Έζήτησε δέ ακόμη άπό τή Γερουσία νά του παραδώση τή μπαρούτη που είχε προμηθευτεί γιά τήν αντιμετώπιση έχθρικής εισβολής καί βρισκόταν στην Τριπολιτσά. Ώς δικαιολογητικό πρόβα­λε ό Κωλέτης τον εφοδιασμό των στρα­τευμάτων πού θά συγκεντρώνονταν στό 'Αργος. Ό πραγματικός σκοπός του ή­ταν νά μήν πέση αυτή ή μεγάλη πο­σότητα μπαρούτης στά χέρια του Κολο­κοτρώνη, πού μετά τήν διάλυση τής πο­λιορκίας τής Πάτρας, έπέστρεφε στην Τριπολιτσά. Ενώ έτσι φερνόταν απέ­ναντι στόν Κολοκοτρώνη, ό Κωλέτης, δέν ξεχνούσε καί τόν άλλο μεγάλο έχθρό του, τόν Ανδρούτσο. Έστειλε τόν Άλέξη Νούτσο και τόν Χρηστό Πα­λάσκα νά του πάρουν τήν αρχηγία τής 'Ανατολικής Στερεάς καί φρόντισε να μάθη ό Ανδρούτσος μέ ποιες προθέσεις και μέ ποια άποστολή πηγαίνουν. 'Απο­τέλεσμα ήταν νά σκοτώσουν άνθρωποι του Άνδρούτσου τόν Νούτσο καί τόν Παλάσκα καί ό Ανδρούτσος νά έπικηρυχθή ώς κακούργος άντί πέντε χιλιά­δων γροσίων. Ό Κωλέτης, έτσι, όχι μό­νο άπαλλάχτηκε άπό ένα μελλοντικό πιθανό άντίπαλο, τόν Νούτσο, άλλά έθε­σε καί τόν Ανδρούτσο έκτος νόμου. 'Έ­κανε δέ φιλενάδα του έπίσημη πλέον καί τή γυναίκα του Παλάσκα πού έ­μεινε χήρα. "Οπως αναφέρει σχετικά καί ό Μακρυγιάννης, του Παλάσκα «...τόκανε τόν φίλο ό Κωλέτης περισσότερον διά την γυναίκα του κι' όχι διά έκείνον τόν ίδιον», ό σκοπός του-ήταν νά κάμη «τήν γυναίκα του μορόζα». Ό Κωλέτης συζούσε άπό τότε μέ τή χήρα του άδικοσκοτωμένου Παλάσκα. Και άπό αυτή μονάχα τήν πράξη του θά μπορούσε νά φανή πώς έννοούσε ό Κω­λέτης τόν πατριωτισμό και τόν άπελευθερωτικόν "Αγώνα καί τό ρόλο του η­γέτη. Μά δυστυχώς ή ζωή του ολόκλη­ρη ώς δημόσιου άντρα είναι μιά πολύ μεγάλη άλυσίδα άπό άτιμίες κι έπιζήμιες γιά την Πατρίδα ένέργειες. Τόν καιρό που ό Κολοκοτρώνης άντιμετώπιζε τόν Δράμαλη, ό Κωλέτης είχε φροντίσει νά βρίσκεται σέ καράβι, στη θάλασσα, μακρυά άπό τόν κίνδυνο, κα­θώς καί οι άλλοι κυβερνητικοί, που άν­τενεργούσαν στόν Κολοκοτρώνη. 'Αφού ό Δράμαλης τσακίστηκε, ή φροντίδα των κυβερνητικών, καί του Κωλέτη, ήταν πώς θά μειώσουν την επιρροή καί τή δόξα που άπόχτησε ό Κολοκοτρώνης. Δεν μπόρεσαν νά τό πετύχουν. Μέ τό συμβιβασμό πού έγινε κατά τή Συνέ­λευση του Άστρους παραμερίστηκε ό Κωλέτης. Διορίστηκε, στίς 25 Μάη του 1823, έπαρχος τής Εύβοιας, που oi κά­τοικοί της εζήτησαν άρχηγό τών άρμάτων της περιοχής τους τόν Όδυσσέα "Ανδρούτσο. Σαν καλός μαθητής τής σχολής τού Άλή πασά, ό Κωλέτης, ξέ­ροντας ότι τά καραούλια που είχε το­ποθετήσει ό Άνδρούτσος θά έπιαναν τό γράμμα του, έστειλε αναφορά στό Εκ­τελεστικό Σώμα καί συνηγορούσε στό διορισμό τού Όδυσσέα "Ανδρούτσου, κα­τηγορώντας μάλιστα τούς έχθρούς τού "Ανδρούτσου, καπεταναίους τού Όλύμ­που, καί τά στρατεύματά τους, μέ τά χειρότερα λόγια. Έφρόνησε όμως τήν άλλη μέρα κι έστειλε άλλο γράμμα στό Εκτελεστικό Σώμα, ίσως άπό τη θά­λασσα, καί τό έξόρκιζε νά μή λογαριάση τήν προηγούμενη αναφορά του καί νά μή διορίση τόν άπάνθρωπο, δόλιο καί φονέα Όδυσσέα, άρχηγό τών άρμάτων στήν Εύβοια. Δεν πέτυχε ό­μως τό σκοπό του, γιατί τό Εκτελεστι­κό Σώμα, πού άντιπρόεδρός του εκείνο τόν καιρό ήταν ό Κολοκοτρώνης, δώ­ρισε τόν Άνδρούτσο άρχηγό τών 'Ό­πλων στήν Εύβοια. 'Ένα μέρος άπό τούς βουλευτές, φίλοι τού παραμερι­σμένου Μαυροκορδάτου καί Κωλέτη, πήρανε τή σφραγίδα καί τ' άρχεία τού Βουλευτικού Σώματος καί χωρίς νά έ­χουν απαρτία συνεδριάζανε καί παίρ­νανε αποφάσεις. Αύτοί, στις 25 Νοεμ­βρίου 1823, δώρισαν τόν Κωλέτη μέ­λος τού Εκτελεστικού Σώματος σέ άντικατάσταση τού Άνδρ. Μεταξά. Λίγο άργότερα δέ, μέ τόν αυθαίρετο σχημα­τισμό τού νέου Εκτελεστικού Σώμα­τος τού Κουντουρώτη, ό Κωλέτης όχι μόνο έγινε μέλος τού 'Εκτελεστικού αυτού, άλλά ουσιαστικός κυβερνήτης. Είχε άποχτήσει έπιρροή στους Ρουμε­λιώτες καπεταναίους πού τους ξεγελού­με, γαργαλίζοντάς τους τίς φιλοδοξίες καί τή φιλοχρηματία καί τον τοπικισμό. "Έσπρωχνε μέ τέχνη τόν Κουντουριώτη στήν άδιαλλαξία άπέναντι τών πολι­τικών του άντιπάλων. Ό σκοπός του ήταν να φτάσουν τά πράγματα σέ ρή­ξη ένοπλη, γιά νά χρειαστή τά ρου­μελιώτικα στρατεύματα τό νέο Εκτελε­στικό Σώμα στήν προσπάθειά του νά έπιβληθή καί νά νικήση τους αντιπάλους του. Έτσι άρχισε ό έμφύλιος πόλεμος για τον οποίο ευθύνεται ό Κωλέ­της σέ μεγάλο βαθμό. "Εγραφε στούς Ρουμελιώτες καπεταναίους καί τους πα­ρακινούσε νά κατέβουν στο Μοριά γιά νά πλουτίσουν. 'Όπως αναφέρει ό Κα­νέλλος Δεληγιάννης στ' άπομνημονεύματά του, ό Κωλέτης έγραφε στον κά­θε καπετάνιο της Ρούμελης ώς έξης: «Αδελφέ. Οί Μωραΐτες έλύσσαξαν άπό τά πολλά πλούτη, τά όποια άρπαξαν όπό τούς Τούρκους της Τριπολιτσάς, τού Ναυπλίου, του Λάλα, τής Κόριν­θου, τής Μονεμβασίας, του Νεοκάστρου και των λοιπών μερών καί έγιναν ντερμπεήδες, και προσπαθούν ν' άντικαταστήσουν τόν Κιαμήλμπεην και τούς λοι­πούς μπέηδες και άγάδες. Και εσείς τρέ­χετε αυτού χωρίς ψωμί, χωρίς τσαρούχι, χωρίς φορέματα, μέ μίαν παλαιόκαπαν, καταβασανίζεσθε. Τί λοιπόν περι­μένετε; Αλλην άρμοδιωτέραν και εύτυχεστέραν διά σάς περίστασιν δέν θέ­λει εύρετε ποτέ, διά νά πλουτίσετε με­γάλοι και μικροί. Τώρα άνοιξαν διά σάς δύο πηγαί πλούτου, οι λίρες του δα­νείου και τά πλούσια λάφυρα του Μωρέως. Τί «άλλο πλέον επιθυμείτε;» Τό κάλεσμα του Κωλέτη δέν άφησε άσυγκίνητους και αδιάφορους τούς καπεταναίους της Ρούμελης. Εκτός άπό τόν Ανδρούτσο, τόν γερο-Πανουριά και τόν Δ. Μάκρη πού άπετέλεσαν έξαίρεση καί δέν κατέβηκαν σχό Μοριά, οί άλ­λοι όλοι σχεδόν άνταποκρίθηκαν στήν πρόσκληση, πού ήχούσε στα αυτιά τους σαγηνευτικά. Μέ τό πρόσχημα ότι κα­τέβηκαν νά επιβάλλουν τήν τάξη έγι­ναν όργανα της πιό φοβερής άταξίας, άρπαγής καί βίας. Ό Κωλέτης, πού όχι μόνο κάλεσε αυτά τά στρατεύματα, μά ήταν καί ο πολιτικός άρχηγός τους, διο­ρισμένος άπό τό Έκτελεστικό του Κουντουριώτη, καμάρωνε τό πλιάτσικο καί τό όργιο τών όρδών του κατά τού άθώου πληθυσμού, και μέ υποκριτική α­ναίδεια ισχυρίζονταν ότι τά στρατεύματά του κράτησαν τάξη ευρωπαϊκή. Αρ­χές του 1825 τέλειωσε ό εμφύλιος ε­κείνος πόλεμος (βλ. λ.). Ό Κωλέτης καυχιόταν ότι κατατρόπωσε τούς «άντάρτες» στο Μοριά.

"Εμενε στή Ρού­μελη ό Όδυσσέας Ανδρούτσος, εχθρός του φοβερός αλλά κατατρεγμένος, χω­ρίς δύναμη καί άπομονωμένος ύστερ' από τή φυλάκιση του Κολοκοτρώνη καί τών άλλων αρχηγών στην "Υδρα. Ό αδιάκοπος κρυφός πόλεμος πού τού έ­κανε ό Κωλέτης οδήγησε τόν Άνδρούτσο στο νά φτάση νά ζητήση τή βοήθεια καί τή συνεργασία τών Τούρκων τής Εύβοιας γιά ν' αντιμετώπιση τά κυβερ­νητικά στρατεύματα. Καί όταν πιά ό Ανδρούτσος ήταν αιχμάλωτος τού Γκούρα μπορεί νά γλύτωνε. Μά οί ο­δηγίες τού Κωλέτη πρός τό Γκούρα, πού τού έστειλε μέ τόν Μήτρο τής Τριανταφυλλίνας, φαίνεται πώς είχαν άποφασιστική επίδραση γιά την τύχη τού ήρωα τής Γραβιάς. 'Ύστερ' άπ' αυτές ό Γκούρας έγραψε στο Μαμούρη συνθηματικό γράμμα καί ό Μαμούρης δο­λοφόνησε τόν Ανδρούτσο στην 'Ακρό­πολη. Ό Κωλέτης, όπως καί οι Κουντουριωταίοι καί ό Μαυροκορδάτος, οδήγησε, μέ τά καμώματά του καί τήν πολιτική του, τήν επαναστατημένη Ελ­λάδα στό χείλος του γκρεμού. Εύθύνεται γιά τόν έρχομό τού Μπραΐμη, τό πέσιμο τού Μεσολογγίου και τόσες άλ­λες συμφορές που επισωρεύτηκαν στούς ξεσηκωμένους ραγιάδες, που άγωνίζονταν ήρωϊκά ν' άποχτήσουν τη λευτε­ριά τους. Ή Τρίτη 'Εθνική Συνέλευση

που άρχισε στήν Επίδαυρο, κατάργη­σε, τον 'Απρίλη του 1826, την κυβέρνηση του Κουντουριώτη, Κωλέτη κλπ. Ό παραμερισμός τους ήταν κάτι παρα­πάνου από δίκαιος, άν και έγινε άργά. Ό Κωλέτης, το Νοέμβριο του 1826, θέ­λησε νά έκστρατεύση μ' ένα σώμα θεσσαλομακεδόνων κατά των Τούρκων που Φρουρούσαν τις άποθήκες στήν 'Ατα­λάντη. Καθώς όμως ήταν άπόλεμος, και τό ασκέρι του άπειθάρχητο, άπέτυχε, χωρίς βέβαια νά βγή ό ίδιος άπό τό κα­ράβι και ν' άντικρύση τον έχθρό. Παρά τή χρεωκοπία του όμως, τις απανωτές αποτυχίες του καί τον παραμερισμό του από τά τρανά πόστα, έξακολούθησε, γιά την κακή τύχη τής Ελλάδας, νά παίζη ρόλο σημαντικό άνάμεσα στους έπαναστατημένους "Ελληνες. "Εγινε ό άρχηγός της γαλλικής φατρίας, του γαλ­λικού κόμματος (βλ. λ.) όπως τό έλε­γαν τότε, και μέ στήριγμα τούς Ρουμε­λιώτες καπεταναίους, των οποίων παρίστανε τον πολιτικό εκπρόσωπο καί υποστηριχτή των συμφερόντων τους, κατάφερε νά έπηρεάζη την έξέλιξη των πραγμάτων. Ό Καποδίστριας διόρισε τόν Κωλέτη υγειονόμο στις Σπέτσες καί ύστερα διοικητή στή Σάμο, τόν 'Οκτώ­βριο του 1828. "Εφυγε άπό εκεί, μετά τό πρωτόκολλο του Λονδίνου, τόν Αύ­γουστο του 1829, αφού ή Σάμος έμειν' έξω άπό τά σύνορα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Χρημάτισε γερου­σιαστής, και μετά τή δολοφονία του Καποδίστρια, ή Γερουσία τόν διόρισε μέ­λος τής τριμελούς Διοικητικής Επιτρο­πής, μαζί μέ τόν Κολοκοτρώνη και τον Αυγουστίνο Καποδίστρια, που ήταν πρό­εδρος. "Οταν όμως στήν Εθνοσυνέ­λευση, πού έγινε τόν Δεκέμβρη τού 1831, παραιτήθηκε ό Κολοκοτρώνης μέ τόν Αυγουστίνο Καποδίστρια, ό Κωλέ­της δέν παραιτήθηκε, άφού καταλάβαι­νε πώς δέν θά τόν έξέλεγε ξανά ή Συν­έλευση. Επειδή ό Αυγουστίνος άπόκλεισε τους Υδραίους άπό τή Συνέ­λευση, ό Κωλέτης βρήκε πρόφαση και τή χαρακτήρισε παράνομη. Και μιας καί είχαν παραιτηθεί τά δυο άλλα μέλη τής Διοικητικής Επιτροπής, δέν έδυσκολεύτηκε νά παραστήση τόν κυβερ­νήτη. Μή έχοντας όμως δύναμη ν' αν­τιμετώπιση τόν Αυγουστίνο, τραβήχτη­κε στά Μέγαρα και στήν Περαχώρα μ ένα σώμα Ρουμελιωτών. Γρήγορα ή αν­τιδημοτικότητα του Αυγουστίνου και οί παχειές υποσχέσεις τού Κωλέτη, που υποστηρίζονταν άπό τήν Γαλλία και τήν Αγγλία, οδήγησαν στο στρατόπεδό του πλήθος πολεμιστών που ζητούσαν τους μισθούς τους, και ό Αυγουστίνος δέν είχε νά τους δώση. Ό Κωλέτης δεν υπόσχονταν μονάχα μισθούς και θέσεις, άλλά και σύνταγμα, χωρίς ό ίδιος νά πιστεύη σ' αυτό. Ξεγέλασε τόν κόσμο και τόν υποδέχτηκε ώς σωτήρα στ' Άνάπλι, νικητή. Μά όταν ήρθε ή ώρα νά δώση αυτά που ύποσχέθηκε σ' αυ­τούς πού τόν άκολούθησαν, καί δεν τό είχε, τούς έστειλε νά πάρουν τά δικαιώματά τους πλιατσικολογώντας και καταδυναστεύοντας τις έπαρχίες τού Μοριά. Γιά δεύτερη φορά ή περιοχή πού στάθηκε ή κύρια έπαναστατική εστία κατά των Τούρκων, δέχτηκε τήν βαρβαρική έττιδρομή των φουσάτων το Κωλέτη, που ήταν μέλος μιας έπταμελούς κυβερνητικής έπιτροπής κι έκανε ό,τι ήθελε, γιατί άλλα τρία μέλη της συμφωνούσαν μαζί του. Πολλοί Μοραΐτες έτρεχαν στον Κολοκοτρώνη καθώς αναφέρει ό ίδιος στή διήγησή του, καί του έλεγαν: «Τί κάνεις, μας γλύτωσες μια φορά άπό τούς Τούρκους, νά μας γλυτώσης και τώρα... Νά πιάσομε τά άρματα...*. Μαζί μέ τους άλλους καπεταναίους του ό Κωλέτης ξαμόλυσε και τον Τουρκαλβανό Ταφιλπούζη «...να περάση άπό την Κρύταιναν και νά πάη στην Γαστούνη μέ σημαία όθωμανική, με παντιέρες όθωμανικές, μέ τη χέρα τού Μωάμεθ.* καθώς βεβαιώνει ό Κολοκοτρώνης, που άνάγκασε τον Ταφιλπούζη νά διπλώση τις τούρκικες ση­μαίες. Τού είπε πώς αν περάση «μέ άνοικτές μπαντιέρες, οί γυναίκες oί χη­ρευάμενες θά τόν σκοτώσουν». "Όταν δέ ό Κολοκοτρώνης έρώτησε τόν Τουρκαλβανό καπετάνιο: «Πού άνοίγεις την σημαία τήν τούρκικη, εις τά χώματα τά ελληνικά;», Ο Ταφιλπούζης τού άπάντησε: «Τί φταίμε εμείς; Ό Κωλέτης μας είπε: Δουλειά νά κάμετε καί ότι σημαία θέλετε. Μάς έδωσεν όφίκια, έγέλασε Τούρκους και Ρωμαίους.» Αυτά ό Κωλέτης τά έκανε στό όνομα τού «συντάγματος». Ό Κολοκοτρώνης, ό γιός του Γενναίος, ό Νικηταράς, ό Κίτσος Τζαβέλλας κλπ. άντιτάχτηκαν σ' αυτό το όργιο των ορδών τού Κωλέτη καί δέν άναγνώριζαν την

Διοικητική Επι­τροπή, που για νά σταθή έζήτησε άπό τους τρεις άντιπρέσβεις. Ρωσίας, Γαλ­λίας καί Αγγλίας νό στείλουν γαλλι­κά στρατεύματα γιά νά πιάσουν τ' Aνάπλι καί τήν Πάτρα. Ό Κολοκοτρώ­νης στη διήγησή του κατηγορώντας τήν πρόσκληση έκείνη άναφέρει: «Τέτοια κυβέρνηση ήτον νά δώση τά έθνικά φρούρια εις ξένους νά τά φυλάττουν....* "Αν δέν έπροσκαλούσαν τους Γάλλους, ό Κωλέτης ήθελε καταφύγει εις τόν τόπον του, τά Γιάννινα.» Μέ στήριγμα τους Γάλλους ό Κωλέτης έμεινε σε έ­κείνη τήν έξουσία μέχρι που ήρθε στήν Ελλάδα ό "Οθωνας καί οί αντιβασιλείς. "Αλλά καί στά κατοπινά χρόνια έγινε υπουργός καί πρωθυπουργός καί πρεσβευτής τής Ελλάδας στό Παρίσι. Πάντα όμως ήταν ό ίδιος. δολοπλόκος, μηχανοράφος, καταφερτζής, πολιτικάν­της, άνέντιμος, φαυλοκράτης, φιλόδο­ξος μέ υπερτροφικό εγωισμό που τόν έκρυβε συχνά μ' επιμέλεια. Πέθανε στις 31 Αύγούστου 1847 πρωθυπουρ­γός. Ό βασιλιάς "Οθωνας έκήρυξε πέντε ημερών πένθος. Για την Έλληνική Επανάσταση ό Κωλέτης στάθηκε ό δεύτερος κακός δαίμονας (μέ πρώ­τον τον Μαυροκορδάτο). Στάθηκε ό πατέρας της νεοελληνικής φαυλοκρατίας και του νεοελληνικού πολιτικού τυχοδιωκτισμού. Ή ζημιά πού έκανε στήν Πατρίδα, και κατά την Επανάσταση, και κατοπινά, είναι ανυπολόγιστη, καί δεν μπορεί νά την αντισταθμίσουν oi ελάχιστες, συγκριτικά, θετικές υπη­ρεσίες του.

Τα άλλα δύο λήμματα στο επόμενο άρθρο.


© 2017 Το Κοινωνικό-πολιτικό blog . Διατηρούνται όλα τα δικαιώματα.
Υλοποιήθηκε από τη Webnode Cookies
Δημιουργήστε δωρεάν ιστοσελίδα! Αυτή η ιστοσελίδα δημιουργήθηκε με τη Webnode. Δημιουργήστε τη δική σας δωρεάν σήμερα! Ξεκινήστε