Η «παγίδα» του Θουκυδίδη.

2026-05-20

Πολλά έχουν γραφτεί για αυτή την παγίδα δηλαδή τον φόβο της ηγεμονεύουσας δύναμης απέναντι σε μια ανερχόμενη, ανταγωνιστική δύναμη έτσι η πρώτη να διεξάγει πόλεμο εναντίον της άλλης.

Τρανό παράδειγμα ο Πελοποννησιακός πόλεμος αν τον απομονώσουμε από την προϊστορία του.

Εκείνη την εποχή είχαμε δύο ηγεμονεύουσες δυνάμεις και όχι μία ανερχόμενη δύναμη τους Αθηναίους.

Νωρίτερα είχε γίνει

Ο Πρώτος Πελοποννησιακός Πόλεμος ή αλλιώς Μικρός Πελοποννησιακός Πόλεμος ανάμεσα στην Αθηναϊκή και την Πελοποννησιακή Συμμαχία.

Δυνάμεις Αθήνα και Σπάρτη προσπαθούσαν να εδραιωθούν.

Αθήνα.

Μετά το τέλος των Περσικών πολέμων, (479 π.Χ.) οι Αθηναίοι δημιούργησαν μια συμμαχία που ονομάστηκε Δηλιακή ή Αθηναϊκή που είχε ως στόχο της την προστασία των πόλεων του Αιγαίου και της Μικράς Ασίας από τους Πέρσες.

Σπάρτη.

Η Σπάρτη την ίδια περίοδο προσπαθούσε να επιβάλλει την ηγεμονία της στην Πελοπόννησο αντιμετωπίζοντας επιτυχημένα το 471 π.Χ. στη μάχη της Τεγέας τους Αργείους και τους Τεγεάτες και το 469 π.Χ. στη μάχη της Διπαίας τους ενωμένους Αρκάδες-εκτός από τους Μαντινείς. Ένας άλλος μεγάλος στρατηγός των Περσικών Πολέμων ήταν ο Παυσανίας, νικητής του Μαρδονίου στη μάχη των Πλαταιών. Αυτός εκστράτευσε εναντίον του Βυζαντίου και των Κυκλάδων το 478 π.Χ., μαζί με τον Αριστείδη το Δίκαιο.

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CF%81%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%82_%CE%A0%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82_%CE%A0%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CF%82

Και μπορεί οι Σπαρτιάτες να χρησιμοποιούσαν το επιχείρημα ότι όλες οι πόλεις έπρεπε να είναι ελεύθερες και στα εσωτερικά τους να υπάρχει μια ισορροπία χωρίς ούτε οι ολιγαρχικοί ούτε και οι δημοκρατικοί να λύνουν τις διαφορές τους με ακραίους τρόπους αλλά στην ουσία επρόκειτο για προπαγάνδα.

Μετά τη λήξη των Περσικών Πολέμων, οι πόλεις-κράτη της Αθήνας και της Σπάρτης είχαν ηγεμονικό ρόλο στην Ελλάδα: η Σπάρτη στην ξηρά και η Αθήνα στη θάλασσα.

Οπότε τον φόβο όπως τον αποδίδει ο Θουκυδίδης περισσότερο θα πρέπει να τον βλέπουμε σαν οξύτατη διαμάχη αυξανόμενων πολλαπλών αντικρουόμενων συμφερόντων που προυπήρχαν του Πελοποννησιακού πολέμου και έφταναν έως τις πολεμικές συρράξεις.

Αυτή ήταν η βασική του αιτία και όχι ο φόβος.

Με λίγα λόγια δεν υπάρχει καμία παγίδα απλώς φτιάχτηκε από την ελλιπή αντίληψη των συγχρόνων για την τότε εποχή ή την προσπάθεια πώλησης πιασάρικων βιβλίων.

Και μπορεί η οξύτατη διαμάχη αντικρουόμενων συμφερόντων μεγάλων δυνάμεων να οδηγεί σε πολέμους αλλά αυτό δεν είναι ιστορικός νόμος επειδή η κάθε ιστορική εποχή έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες.

Τρανό πρόσφατο παράδειγμα η παραχώρηση της παγκόσμιας πρωτοκαθεδρίας από την Μεγάλη Βρετανία μετά τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο στις ΗΠΑ.

Σημερινός σοβαρότατος ανασταλτικός παράγοντας τα Πυρηνικά.

Από το βιβλίο Ο Θουκυδίδης σε απλά ελληνικά για απλούς ανθρώπους

Βρισκόμαστε στο 432 π.Χ., εν μέσω μίας Τριαντάχρονης Ειρήνης που

υπογράφτηκε το 446 π.Χ., αλλά επί της ουσίας στα πρόθυρα του πολέμου. Οι Αθηναίοι έχουν ήδη παραβιάσει ελαφρώς (όχι πολύ, νά, έτσι λίγο) τις συνθήκες αυτής της Ειρήνης, αφού σε ναυμαχία στα Σύβοτα επιτέθηκαν στους συμμάχους των Σπαρτιατών, Κορίνθιους. Επίσης, κάνουν και ένα ξεγυρισμένο εμπάργκο στα προϊόντα των Μεγαρέων (τι, τώρα ανακαλύψαμε το εμπάργκο;).

Από την άλλη, η Πελοποννησιακή Συμμαχία έχει μόλις ψηφίσει υπέρ του πολέμου.

Οι Σπαρτιάτες ολίγον προκλητικότατοι, στέλνουν αντιπροσωπεία στην Αθήνα με ένα τελεσίγραφο περί ειρήνης, το οποίο, όμως, είναι προφανές ότι θα το αρνηθούν οι Αθηναίοι. Επομένως, μετά και από αυτό το πινγκ-πονγκ αντιπροσωπειών, μπορούμε να πούμε και επισήμως ότι το γυαλί ράγισε και είμαστε ακόμα πιο κοντά στην έναρξη του Πελοποννησιακού πολέμου.

Παίρνει, λοιπόν, τον λόγο 'ο πρώτος των Αθηναίων, μεγάλος και ρήτορας και πολιτικός', ο Περικλής, ο οποίος απευθύνεται στη συνέλευση του λαού. Ό,τι θα προτείνει, οι Αθηναίοι θα το υιοθετήσουν πιστά. Τι είπε…; Είπε ωραία πράγματα.

Είπε και σωστά, είπε και λάθη.

Ας πούμε, όμως, πρώτα κάτι άλλο. Ο άνθρωπος σχεδόν πάντα ξέρει ποιο είναι το καλό και ποιο το κακό. Αλλά δεν πράττει πάντα αυτό που ξέρει ότι είναι το καλό.

Μην αρχίσουμε πάλι τα τι είναι καλό και τι είναι κακό. Κάποιες φορές τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Ξέρω ποιο είναι τα καλό, αλλά επειδή δεν με συμφέρει για 1.002 λόγους δεν το υιοθετώ.

Ιδού στην περίπτωση μας και με απλά λακωνικά λογάκια ποιο θα ήταν το καλύτερο για όλους:

«Οι Λακεδαιμόνιοι επιθυμούν την ειρήνη και μπορεί να διατηρηθεί, αν αποδώσετε στους Έλληνες την ελευθερία τους.»

Θα μου πεις, το εννοούσαν το τελεσίγραφο οι Σπαρτιάτες 100%; Το πρώτο μέρος προφανώς. Το δεύτερο, όμως, ήταν μία απαίτηση-πρόφαση. Αλλά την αλήθεια την ήξερες: Ήθελες Ειρήνη και ήθελες όλοι τους να καθίσουν στ' αυγά τους. Άσχετα, άμα αυτό ήταν σχεδόν αδύνατο.

Και η Απάντηση του Περικλή; Φανταστική. Θαυμάστε την:

«Νά η απάντηση που θα στείλουμε με τους πρέσβεις μας.

Θα αφήσουμε τους Μεγαρείς να χρησιμοποιούν ελεύθερα την αγορά μας και τα λιμάνια μας, εφ' όσον και αυτοί διακόψουν την ξενηλασία προς εμάς και τους συμμάχους μας.

Και θα αποκαταστήσουμε την ανεξαρτησία των συμμάχων μας, εφ' όσον και οι Λακεδαιμόνιοι αποδώσουν την αυτονομία των συμμάχων τους, έτσι ώστε να εξυπηρετεί όχι τα συμφέροντα της Σπάρτης, αλλά τα συμφέροντα της καθεμιάς πολιτείας.

Δεχόμαστε να υποβληθούμε σε διαιτησία, όπως προβλέπουν οι Όροι της Τριαντακονταετούς Ειρήνη.

Και δεν θα κάνουμε έναρξη του πολέμου, αλλά θα υπερασπιστούμε τους εαυτούς μας εάν αυτοί μας επιτεθούν πρώτοι.»

Μικρούλα παρενθεσούλα: Η Τριακονταετής Ειρήνη προέβλεπε ότι οι αμοιβαίες διαφορές Αθήνας και Σπάρτης θα έπρεπε να υποβάλλονται σε Διαιτησία, ενώ παράλληλα θα διατηρούνταν το μεταξύ τους εδαφικό καθεστώς. Έχοντας υπ' όψη αυτό, κοιτάτε τι επίσης λέει ο Περικλής:

«Όταν άνθρωποι προς τους οποίους είμαστε ίσοι, έρχονται χωρίς καμιά διαιτησία και προβάλλουν απαιτήσεις, είτε αυτές είναι μικρές είτε είναι μεγάλες, τούτο σημαίνει ότι μας ζητούν υποταγή.»

Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα γράφει κάτι παρόμοιο και ο Αριστοτέλης: «Η επιβολή είναι το βασικότερο γνώρισμα της εξουσίας.»

Να μην ξέρεις ποιανού το μέρος να πάρεις. Απίστευτο και όμως ελληνικό! Αυτοί είναι οι αρχαίοι Έλληνες που όλοι αγαπήσαμε.

Φαίνεται, όμως, τελικά, ότι οι Αθηναίοι είχαν λίγο παραπάνω δίκιο. Μπορεί βεβαίως να την κάναν τη μαλαγανιά τους και να επιτέθηκαν σε σύμμαχο της Σπάρτης (που απαγορευόταν από την Τριακονταετή ειρήνη), αλλά από την άλλη ζήτησαν Διαιτησία. Και η Σπάρτη το αρνήθηκε. Το κράτησες στη μνήμη σου αυτό;

Ας κάνουμε ένα άλμα προς το μέλλον του παρελθόντος, δηλαδή 20 χρόνια μετά την ομιλία του Περικλή. Ο Θούκυ γράφει πως οι Σπαρτιάτες αναγνώρισαν ότι μια χαρά αυτοί είχαν άδικο που πρωτοξεκίνησαν τον Πόλεμο. Επομένως 100% επαλήθευση αυτού που είπαμε: Οι Σπαρτιάτες ξέρανε ποιο ήταν το καλό, αλλά το

έγραψαν στα παπάκια τους. Αντί, λοιπόν, να πάνε σε διαιτησία, όπως πρότεινε ο Περικλής, άνοιξαν πρώτοι πυρ.

Αίτια όπως μας τα παραθέτει η https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82_%CE%A0%CF%8C%CE%BB%CE%B5%CE%BC%CE%BF%CF%82

«Ήταν η ολοένα αυξανόμενη δύναμη της Αθήνας που προκάλεσε φόβο στους συμμάχους της Σπάρτης και κατέστησε τη σύρραξη ανάμεσα στις δύο πόλεις αναπότρεπτη», αναφέρει ο Θουκυδίδης ως καταλυτικό αίτιο στην κήρυξη του πολέμου.[2] Αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους όλη η Ελλάδα ενεπλάκη σε αυτό τον καταστροφικό πόλεμο, θεωρούνται ότι ήταν οι εξής:

Αυτή καθαυτή η απόπειρα της Αθήνας να δημιουργήσει ισχυρό ιμπεριαλιστικό εμπορικό κράτος, χωρίς να μπορεί να ελέγξει τις αντιδράσεις των άλλων πόλεων της Συμμαχίας (που είχε δημιουργηθεί αποκλειστικά για την αναχαίτιση των Περσών) που δυσαρεστούνταν με την απώλεια της ανεξαρτησίας τους και με τη μετατροπή τους σε απλές διοικητικές περιφέρειες της συμμαχίας καθώς και η μεταφορά του ταμείου όλων των Ελλήνων που είχε δημιουργηθεί για την αντιμετώπιση των Περσών, χωρίς έγκριση, από το ιερό νησί της Δήλου στην Αθήνα και τη διοχέτευση των πόρων αυτών αποκλειστικά για την ενδυνάμωση της Αθήνας.

Τα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα των αριστοκρατικών[3] στις συμμαχικές πόλεις των Αθηνών, στις οποίες μόνον οι έμποροι και οι βιοτέχνες έβλεπαν θετικά την αθηναϊκή ηγεμονία. Οι γαιοκτήμονες και γενικά τα αριστοκρατικά κόμματα επεδίωκαν την ανατροπή της Αθηναϊκής ηγεμονίας.

Τα τοπικά οικονομικά συμφέροντα των περισσότερων πόλεων της Ελλάδας και του ευρύτερου Ελληνικού Μεσογειακού χώρου, οι οποίες ακόμα και όταν διοικούνταν από δημοκρατικές παρατάξεις, έβλεπαν ότι η ανάπτυξη του αθηναϊκού εμπορίου συνιστούσε άμεση απειλή για το δικό τους.

Οι αντικειμενικές δυνατότητες της Σπάρτης να επιβιώσει στο νέο σχήμα, μη έχοντας ανεπτυγμένο τομέα εμπορίου και διαβλέποντας ότι είχε μακροπρόθεσμα μόνον δύο επιλογές: ή να αποδεχτεί τον μελλοντικά βέβαιο υποβιβασμό της από την πρωτοκαθεδρία που κατείχε ήδη ή να πολεμήσει για να αποδείξει εκ νέου τη θέση της στην ηγεσία της Ελλάδας.

Οι σημαντικές πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα στην αθηναϊκή κοινωνία και τη σπαρτιατική.

Τα συμφέροντα των Περσών που επεδίωκαν την αποδυνάμωση της Δηλιακής Συμμαχίας, οι οποίοι αν και δεν ενεπλάκησαν άμεσα στη σύγκρουση, χρηματοδότησαν και τροφοδότησαν σε κρίσιμες στιγμές τις ενδοελληνικές διαμάχες.

Προχωράμε με το βιβλίο του Θουκυδίδη Ιστορία εκδόσεις Πόλις.

Αφορά την συνέλευση των Σπαρτιατών, καλό είναι να προσέξουμε τον εκβιασμό των συμμάχων των σπαρτιατών ότι θα αποχωρήσουν από την συμμαχία και θα ενταχθούν σε άλλη και γενικά έχει τεράστιο ενδιαφέρον όλο το χωρίο που μας δίνει ο θουκυδίδης.

[66] Μεταξύ 'Αθηναίων καί Πελοποννησίων είχαν προστεθεί καί τούτες οί άφορμές παραπόνων. Οί Κορίνθιοι κατηγορούσαν τούς 'Αθηναίους ότι πολιορκούσαν τήν Ποτείδαια, άποικία δική τους, στήν όποια βρίσκονταν Κορίνθιοι καί άλλοι Πελοποννήσιοι- οί 'Αθηναίοι πάλι κατηγορούσαν τούς Πελοποννησίους ότι υποκίνησαν άποστασία σέ δική τους συμμαχική πόλη, φόρου υποτελή στούς 'Αθηναίους, καί μάλιστα ότι πήγαν οί Πελοποννήσιοι έκεί καί πολεμούσαν φανερά έναντίον τους μαζί μέ τούς Ποτειδαιάτες. Πάντως ό πόλεμος δέν είχε άκόμα έκραγεί άλλά έξακολουθούσε νά ισχύει ή συνθήκη ειρήνης- διότι αυτά οί Κορίνθιοι τά έκαναν μέ δική τους πρωτοβουλία.

[67] Όσο διαρκούσε ή πολιορκία τής Ποτείδαιας, οί Κορίνθιοι δέν άδρανούσαν διότι καί άνθρωποι δικοί τους ήσαν μέσα καί συνάμα φοβούνταν γιά τήν τύχη τής πόλης. Αρχισαν έτσι άμέσως νά καλούν τούς συμμάχους στή Λακεδαίμονα καί έκεί καταφέρονταν έναντίον τών 'Αθηναίων πώς είχαν παραβιάσει τή συνθήκη ειρήνης καί άδικούσαν τούς Πελοποννησίους. Έπίσης οί Αίγινήτες δέν έστειλαν μέν έπίσημα πρέσβεις, διότι φοβούνταν τούς 'Αθηναίους, κρυφά όμως έξωθούσαν σέ μεγάλο βαθμό τά πράγματα σέ πόλεμο λέγοντας δτι δέν ήσαν ανεξάρτητοι, παρά τις συν-αυτόνομοι κατά τάς σπονδάς.

Οί Λακεδαιμόνιοι κάλεσαν και τους υπόλοιπους συμμάχους τους, άλλα καί όποιονδήποτε άλλο 'ισχυριζόταν ότι είχε αδικηθεί σέ κάτι από τούς 'Αθηναίους, κι άφού συγκάλεσαν τη συνηθισμένη τους συνέλευση, ζήτησαν από αυτούς νά λάβουν τό λόγο. Έκτος των άλλων πού άνεβαίνοντας μέ τή σειρά στο βήμα διατύπωναν παράπονα για τούς 'Αθηναίους, πήραν τό λόγο καί οί Μεγαρείς, πού πέρα άπό τις άλλες, όχι λίγες, διαφορές τους άναφέρθηκαν κυρίως στον αποκλεισμό τους, κατά παράβαση τών συνθηκών, άπό τά λιμάνια τής 'Αθηναϊκής ήγεμονίας καί την άγορά τής 'Αττικής.

Τελευταίοι, άφού άφησαν πρώτα τούς άλλους νά έρεθίσουν τούς Λακεδαιμονίους, άνέβηκαν στο βήμα οί Κορίνθιοι καί πρόσθεσαν σέ όσα είχαν ειπωθεί τά εξής.

[68] «Ή ευθύτητα πού χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά σας στο δημόσιο καί ιδιωτικό βίο σας, Λακεδαιμόνιοι, σάς κάνει πιο δύσπιστους απέναντι μας όταν λέμε κάτι έναντίον άλλων. Τό γνώρισμα αυτό σάς προσδίδει βέβαια σύνεση, κάνει όμως μεγαλύτερη καί την άγνοιά σας γιά όσα συμβαίνουν έξω άπό τον τόπο σας. Έτσι, παρόλο ότι πολλές φορές έμείς σάς είχαμε άπό πριν άναφέρει τί έπρόκειτο νά πάθουμε άπό τούς 'Αθηναίους, έσείς δέν καταλαβαίνατε γιά ποιο πράγμα σάς μιλούσαμε κάθε φορά, άλλα μάλλον υποψιαζόσασταν αυτούς πού τά έλεγαν πώς τάχα τά λένε άπό ιδιοτέλεια, γιά τό συμφέρον τους· κι αυτός είναι ό μόνος λόγος πού τούτους τούς συμμάχους δέν τούς συγκαλέσατε προτού τό πάθουμε, άλλά τώρα πού τό κακό συντελείται, καί δικαιούμαστε έμείς περισσότερο άπό όποιονδήποτε άλλο νά άπευθυνθούμε σέ αυτούς εφόσον έχουμε καί τά μεγαλύτερα παράπονα, καθώς οί 'Αθηναίοι μάς εξευτελίζουν καί έσείς άδιαφορείτε.

»Καί έάν βέβαια άδικούσαν κάπως χωρίς νά φαίνονται την Ελλάδα, θά χρειαζόταν πρόσθετη ενημέρωσή σας, άφού θά είχατε άγνοια- τώρα όμως ποιος ό λόγος νά μακρηγορούμε, άφού βλέπετε άλλους Έλληνες νά τούς έχουν υποδουλώσει καί άλλους νά τούς επιβουλεύονται, καί πρωτίστως τούς δικούς μας συμμάχους, καί νά είναι άπό καιρό προετοιμασμένοι για τό ενδεχόμενο πολέμου;

Διότι διαφορετικά δεν θα είχαν καταλάβει ύπουλα καί δέν θα κρατούσαν παρά τη θέλησή μας την Κέρκυρα ούτε θα πολιορκούσαν την Ποτείδαια, από τις όποιες ή μία έχει έξαιρετική στρατηγική σημασία στα Θρακικα παράλια καί ή άλλη θα μπορούσε να έξασφαλίσει ισχυρότερο ναυτικό στους Πελοποννησίους.

Καί γι' αυτό αίτιοι είσαστε εσείς πού αρχικά τούς αφήσατε μετά τα Μηδικά να κάνουν την πόλη δυνατή κι ύστερα να χτίσουν τα Μακρα τείχη, καί πού εξακολουθείτε ίσαμε τώρα να αποστερείτε τήν έλευθερία όχι μόνο άπ' όσους είναι υποδουλωμένοι σε εκείνους, άλλα τώρα πια καί από τούς δικούς σας συμμάχους. Διότι ουσιαστικό υπεύθυνος δέν είναι αυτός πού υποδούλωσε άλλα κυρίως αυτός πού μπορεί να σταματήσει τήν υποδούλωση άλλα άδιαφορεί, μ' όλο πού ό ίδιος ευχαριστιέται πού τον δοξάζουν ώς ελευθερωτή της Ελλάδας. Με δυσκολία τώρα συγκεντρωθήκαμε καί ούτε πάλι με συγκεκριμένο στόχο. Καί δέν έπρεπε να εξακολουθούμε να έξετάζουμε έαν μάς αδικούν αλλά πώς θα αμυνθούμε- διότι αυτοί είναι αποφασισμένοι καί έρχονται ήδη τώρα κι όχι στο μέλλον να δράσουν εναντίον άνθρώπων πού δέν έχουν πάρει ακόμα τις αποφάσεις τους. Καί ξέρουμε καλό μέ ποιά μέθοδο προχωρούν οι 'Αθηναίοι εναντίον τών γειτόνων τους, κι ότι τούς χτυπούν έναν-έναν. Όσο φαντάζονται ότι λόγω τής δικής σας αδράνειας μένουν άπαρατήρητοι, δέν ξεθαρρεύουν πολύ, όταν όμως καταλάβουν ότι έσείς τούς έχετε άντιληφθεί άλλα τούς ανέχεσθε, θα γίνουν πολύ επιθετικοί. Μόνοι έσείς από όλους τούς "Ελληνες, Λακεδαιμόνιοι, έχετε τήν ησυχία σας, έπειδή υπερασπίζεστε τον εαυτό σας όχι μέ τή δύναμη αλλά μέ τήν άδράνειά σας καί μόνο έσείς δέν έξουδετερώνετε τή δύναμη τών έχθρών στο ξεκίνημα της ανάπτυξής της άλλα όταν διπλασιαστεί. Βεβαίως, είχατε τή φήμη ότι μπορεί κανείς να βασίζεται σ' έσάς, φήμη πού άποδείχτηκε άνώτερη από τήν πραγματικότητα. Γιατί καί οί Πέρσες, όπως ξέρουμε, έφθασαν άπό τα πέρατα τής γής μέχρι τήν Πελοπόννησο προτού οί δικές σας δυνάμεις βγούν να τούς αντιμετωπίσουν μέ τρόπο άξιόμαχο, καί τούς 'Αθηναίους τώρα, πού δέν είναι μακριά όπως έκείνοι αλλά κοντά σας, τούς ανέχεσθε, κι αντί νά έπιτεθείτε έσείς προτιμάτε να τούς άποκρούσετε, όταν θα έπι- τεθούν έκείνοι, και νά έμπλακείτε σέ απρόβλεπτες καταστάσεις αντιμετωπίζοντας έχθρούς πολύ ισχυρότερους, μόλο πού γνωρίζετε καλό ότι καί ό βάρβαρος άπό δικά του πιο πολύ σφάλματα άπέτυχε κι ότι οί έπιτυχίες μας μέ τούς 'Αθηναίους οφείλονται πολλές φορές ώς τώρα περισσότερο στα δικά τους λάθη παρά στη δική σας βοήθεια- γιατί πραγματικά οί έλπίδες πού κάποιοι στήριξαν σ' έσάς καί πού από εμπιστοσύνη σ' εσάς βρέθηκαν άπροετοίμαστοι τούς κατέστρεψαν. Κι ας μη νομίσει κανένας σας δτι αυτά λέγονται άπό έχθρα περισσότερο κι όχι ώς διαμαρτυρία- ή διαμαρτυρία απευθύνεται σέ φίλους πού σφάλλουν- ή κατηγορία σέ εχθρούς πού άδίκησαν.

»Κι εκτός αυτού νομίζουμε ότι περισσότερο άπό όποιονδήποτε άλλο έχουμε εμείς δικαίωμα νά διατυπώσουμε μομφή σέ κοντινούς μας ανθρώπους, αφού μάλιστα είναι μεγάλα καί τά συμφέροντα πού διακυβεύονται, γιά τά όποια έμεις τουλάχιστον νομίζουμε ότι δέν τά άντιλαμβάνεστε καί ότι δέν άναλογιστήκατε ποτέ ώς τώρα τί λογής άνθρωποι είναι αυτοί οί 'Αθηναίοι, μέ τούς όποιους θά άναμετρηθείτε, καί πόσο διαφορετικοί ή μάλλον πόσο εντελώς διαφορετικοί είναι άπό έσάς. Εκείνοι είναι καί ικανοί νά συλλάβουν γρήγορα ένα σχέδιο καί νά έκτελέσουν άμέσως ό,τι άποφάσισαν- εσείς κλίνετε προς τη διατήρηση τών υπαρχόντων, δέν επινοείτε τίποτα καινούργιο, δέν διεκπεραιώνετε ούτε τά απαραίτητα. Κι ακόμη, άποτολμούν πράγματα πάνω άπό τις δυνάμεις τους, ριψοκινδυνεύουν παρά τις υπαγορεύσεις τής φρόνησης καί δέν χάνουν στις δύσκολες καταστάσεις την ελπίδα. 'Απεναντίας τό δικό σας φυσικό είναι νά έπιχειρείτε πράγματα κατώτερα άπό τις δυνάμεις σας, νά μην έχετε εμπιστοσύνη ούτε στά πιο ασφαλή συμπεράσματά σας καί νά νομίζετε ότι άπό τις δυσκολίες δέν θά απαλλαγείτε ποτέ. Κι ακόμη, είναι γεμάτοι αποφασιστικότητα σέ σύγκριση μ' έσάς τούς διατακτικούς, έτοιμοι νά πάνε σέ ξένους τόπους ένώ έσείς μένετε πάντα στον δικό σας- διότι αυτοί νομίζουν ότι κάτι μπορεί νά κερδίσουν φεύγοντας, ένώ έσείς πιστεύετε πώς έάν βγείτε πιο έξω μπορεί νά διακινδυνεύσετε κι αυτά πού έχετε. "Οταν νικούν τούς έχθρούς, προχωρούν όσο τό δυνατόν περισσότερο, κι όταν νικηθούν, έλάχιστα έπηρεάζεται τό ήθικό τους. Κι ακόμη, θυσιάζουν τά σώματά τους γιά τήν πόλη τους σάν νά τούς ήταν έντελώς ξένα καί αφιερώνουν τή σκέψη τους άποκλειστικά σέ αυτήν. Κι άμα δέν φέρουν σέ πέρας όσα σκέφθηκαν, πιστεύουν πώς έχασαν κάτι άπό αυτά πού είχαν, ένώ άμα άποκτήσουν ό,τι έπιδίωξαν τό θεωρούν πώς ήταν απλώς ή άρχή. Αν, πάλι, δοκιμάσουν καί άποτύχουν σέ κάτι, αναπληρώνουν τήν

έλλειψη ελπίζοντας σε κάτι άλλο- γιατί μόνο σ' αυτούς ή έλπίδα τής απόκτησης τών έπιδιωκομένων έξομοιώνεται μέ την απόκτησή τους, έπειδή έκτελούν γρήγορα ό,τι αποφασίσουν. Κι όλα τούτα τά επιδιώκουν μέ αδιάλειπτο μόχθο καί κινδύνους σέ δλη τη διάρκεια τής ζωής τους απολαμβάνοντας ελάχιστα τά αγαθά πού έχουν, αφού διαρκώς αποκτούν καινούργια, κι ούτε θεωρούν γιορτή άλλο τίποτε από τό νά κάνουν ό,τι πρέπει, ενώ την ξεγνοιασιά τής άπραξίας την θεωρούν συμφορά όχι μικρότερη από μιά

επίπονη δραστηριότητα. Έτσι, έάν μέ δυο λόγια τούς χαρακτήριζε κανείς ανθρώπους από τη φύση τους καμωμένους νά μην έχουν ούτε οί ίδιοι ήσυχία ούτε τούς άλλους νά τούς αφήνουν νά βρούν, θά είχε δίκαιο.

»Κι όμως, ενώ έχετε αντίπαλό σας μιά τέτοια πόλη, εσείς, Λακεδαιμόνιοι, έξακολουθείτε νά διστάζετε, καί φαντάζεστε ότι την ησυχία τους δέν την εξασφαλίζουν διαρκέστερα όσοι χρησιμοποιούν τη στρατιωτική δύναμή τους μέ δικαιοσύνη καί φαίνονται άποφασισμένοι νά μήν ανεχθούν καμία άδικία είς βάρος τους άλλά άσκειτε δίκαιη πολιτική μέ τό νά μή βλάπτετε τούς άλλους καί νά μήν έκτίθεστε οί ίδιοι σέ κίνδυνο ύπερασπιζόμενοι τον έαυτό σας. Δύσκολα θά τό πετυχαίνατε αυτό άκόμη κι άν γειτονεύατε μέ πόλη όμοια μέ τή δική σας· ένώ τώρα, όπως τό έπισημάναμε καί πρωτύτερα, οί πρακτικές σας είναι άπαρχαιωμένες σέ σύγκριση μέ τις δικές τους. Όπως συμβαίνει καί στις τέχνες, κατ' ανάγκη καθετί πιο σύγχρονο επικρατεί πάντοτε. Καί σέ μιά πόλη πού ζεί ειρηνικά είναι καλύτερο οί καθιερωμένες άρχές καί πρακτικές νά μή μεταβάλλονται, όποιοι όμως είναι άναγκασμένοι νά καταπιάνονται μέ πολλά χρειάζεται νά σοφιστούν καί νέους τρόπους. Γι' αυτό καί τά συστήματα τών 'Αθηναίων, λόγω τής μεγάλης πείρας τους, είναι πιο έκσυγχρονισμένα από τά

δικά σας. "Ως εδώ λοιπόν μέ τήν άναβλητικότητά σας! Τώρα πρέπει νά βοηθήσετε καί τούς άλλους συμμάχους σας καί τούς Ποτειδαιάτες, όπως τό ύποσχεθήκατε, εισβάλλοντας χωρίς χρονοτριβή στήν 'Αττική, γιά νά μήν έγκαταλείψετε φίλους καί συγγενείς στούς χειρότερους έχθρούς τους καί νά μήν έξωθήσετε έμάς τούς άλλους νά στραφούμε, από άπελπισία,

σέ κάποια άλλη συμμαχία. Πράγμα πού άν τό κάναμε ούτε στά μάτια τών θεών στούς όποιους ορκιστήκαμε ούτε στά μάτια τών ανθρώπων πού παρακολουθούν τίς πράξεις μας θά διαπράτταμε κάτι άδικο. Γιατί τις σπονδές δέν τίς διαλύουν όσοι, έχοντας οί ίδιοι έγκαταλειφθεί, στρέφονται στή συμμαχία άλλων άλλά όσοι δέν βοηθούν έκείνους τούς όποιους ορκίστηκαν νά βοηθούν. Άν έσείς έχετε τη βούληση νά φανείτε πρόθυμοι, έμείς θά μείνουμε σταθεροί γιατί καί ανόσιο θά ήταν νά αλλάξουμε συμμάχους καί δεν θά βρίσκαμε άλλους πιο οικείους σ' εμάς. Σκεφθείτε τα αυτά καλά καί προσπαθήστε νά μη γίνει υπό την ηγεσία σας ή Πελοπόννησος μικρότερη άπ' ό,τι σάς την παρέδωσαν οί πατέρες σας».

Τέτοια περίπου είπαν οί Κορίνθιοι. Κατά σύμπτωση βρίσκονταν στη Λακεδαίμονα πρέσβεις των 'Αθηναίων πού είχαν πάει πρωτύτερα γιά άλλο λόγο καί, μόλις έμαθαν τί είχε ειπωθεί, θεώρησαν ότι έπρεπε νά εμφανιστούν μπροστά στους Λακεδαιμονίους όχι γιά νά άπολογηθούν σχετικά με όσα τούς κατηγορούσαν οί διάφορες πόλεις, αλλά γενικώς γιά νά κάνουν σαφές στούς Σπαρτιάτες ότι δέν έπρεπε νά λάβουν βιαστικές άποφάσεις, άλλά νά σκεφτούν τό ζήτημα ωριμότερα. Συγχρόνως ήθελαν νά έπισημάνουν πόσο ισχυρή ήταν ή πόλη τους καί άφ' ένός νά υπενθυμίσουν στούς γεροντότερους πράγματα πού τά γνώριζαν καί άφ' έτέρου νά έκθέσουν στούς νεότερους άλλα πού τούς ήσαν άγνωστα, πιστεύοντας πώς μέ όσα θά έλεγαν θά τούς έπηρέαζαν μάλλον προς την ειρήνη παρά προς τον πόλεμο. Πλησίασαν λοιπόν στούς Λακεδαιμονίους καί τούς είπαν πώς ήθελαν νά άπευθυνθούν καί αυτοί στο λαό, έφόσον δέν υπήρχε κάποιο κώλυμα. Εκείνοι τούς έδωσαν την άδεια νά παρουσιαστούν, καί οί 'Αθηναίοι περνώντας στο βήμα είπαν περίπου τά έξής.

«Ή αποστολή μας εδώ δέν έγινε γιά νά έλθουμε σέ λεκτική αντιπαράθεση μέ τούς συμμάχους σας άλλά γιά νά άσχοληθούμε μέ τις υποθέσεις γιά τις όποιες μάς έστειλε ή πόλη μας. Μαθαίνοντας όμως ότι υπάρχει κατακραυγή, όχι μικρή, έναντίον μας, περάσαμε στο βήμα όχι γιά νά άπαντήσουμε σέ όσα μάς καταμαρτυρούν οί πόλεις (γιατί θά λέγαμε πώς ούτε έμείς ούτε αυτοί άπευθύνονται σ' εσάς σαν σέ δικαστές), άλλά γιά νά μη λάβετε άβασάνιστα, παρασυρμένοι άπό τούς συμμάχους σας, κακές άποφάσεις γιά τόσο μεγάλα πράγματα" επίσης, έπειδή θέλουμε σχετικά μέ τη γενικότερη κατακραυγή πού υπάρχει έναντίον μας νά δείξουμε πώς δέν έχουμε άλόγως όσα έχουμε καί ότι ή πόλη μας είναι αξιόλογη.

»Γιά τά πολύ παλιά, ποιος ό λόγος νά μιλήσουμε άφου οι σχετικές μαρτυρίες είναι διηγήσεις πού φθάνουν στα αυτιά κι όχι πράγματα πού τά έχουν δει αυτοί πού θά τά ακούσουν; Γιά τά Μηδικά όμως καί γιά έκεινα πού καί οί ίδιοι τά γνωρίζετε χρειάζεται νά μιλήσουμε, άν καί θά είναι μάλλον ενοχλητικό λόγω τών συνεχών επαναλήψεων. Διότι όταν αγωνιστήκαμε ό κίνδυνος ήταν γιά ένα σωτήριο σκοπό, καί από τούτο ωφεληθήκατε κατά ένα μέρος κι έσείς - άς μη στερηθούμε λοιπόν τώρα εμείς έξολοκλήρου τήν όποια ώφέλεια θά μπορούσαμε νά έχουμε από την αναφορά μας σε αύτά. Καί δέν θά έκτεθούν γιά νά δικαιολογηθούμε αλλά μάλλον γιά νά δείξουμε τεκμηριωμένα μέ ποιά πόλη θά χρειαστεί νά άναμετρηθείτε εάν δέν λάβετε ορθές αποφάσεις. 'Ισχυριζόμαστε δηλαδή ότι καί στον Μαραθώνα πρώτοι καί μόνο έμείς τολμήσαμε νά πολεμήσουμε τό βάρβαρο, κι όταν ύστερα ήρθε ξανά, έπειδή δέν είχαμε αρκετές δυνάμεις νά τον αντιμετωπίσουμε στη στεριά, μπήκαμε στά πλοία άπαξάπαντες καί δώσαμε μαζί μέ τούς άλλους τη ναυμαχία στη Σαλαμίνα, πράγμα πού τον έμπόδισε νά χτυπήσει τη μία πόλη μετά τήν άλλη καί νά κυριεύσει τήν Πελοπόννησο, άφού δέν θά μπορούσαν νά βοηθήσουν ή μία τήν άλλη απέναντι σε ένα στόλο τόσο μεγάλο. Τήν τρανότερη απόδειξη γι' αυτό τήν έδωσε ό ίδιος ό Ξέρξης' μετά τήν ήττα του στή θάλασσα έφυγε εσπευσμένα μέ τό μεγαλύτερο μέρος τού στρατού, γιατί ή δύναμή του δέν μπορούσε πιά νά σταθεί απέναντι στή δική μας.

«Τέτοια λοιπόν ήταν ή έκβαση τών γεγονότων, κι έγινε ολοφάνερο ότι ή σωτηρία τής Ελλάδας κρίθηκε στά πλοία. Ή δική μας συμβολή έγκειται σέ τρία χρησιμότατα πράγματα, διαθέσαμε τά περισσότερα πλοία, τον ικανότερο ναύαρχο καί δείξαμε τήν πιο πρόθυμη αποφασιστικότητα- άπό τά τετρακόσια πλοία σχεδόν τά δύο τρίτα ήταν δικά μας, δώσαμε τον Θεμιστοκλή, τον αρχηγό τού στόλου, αυτόν στον όποιο κυρίως οφείλεται τό ότι ή ναυμαχία έγινε στο στενό, πράγμα πού αναμφισβήτητα έσωσε τήν κατάσταση καί πού γιά τούτο έσείς τον τιμήσατε όσο κανέναν άλλο ξένο, άπ' όσους ήλθαν ποτέ στον τόπο σας. Δείξαμε τό πιο παράτολμο άγωνιστικό φρόνημα, έμείς πού, όταν κανένας δέν μάς βοηθούσε στήν ξηρά κι όλοι μέχρι τά σύνορά μας είχαν πιά υποδουλωθεί, θεωρήσαμε χρέος μας νά έκκενώσουμε τήν πόλη καί νά θυσιάσουμε τά υπάρχοντά μας αλλά νά μήν έγκαταλείψουμε ούτε καί τότε τούς συμμάχους πού είχαν άπομείνει ούτε νά σκορπιστούμε καί νά τούς είμαστε έτσι άχρηστοι,

απεναντίας νά μπούμε στα πλοία καί νά ριχτούμε σε κινδύνους χωρίς νά μνησικακήσουμε πού εσείς προηγουμένως δεν μάς βοηθήσατε. Ίσχυριζόμαστε έτσι ότι από την πλευρά μας δέν σάς σταθήκαμε λιγότερο χρήσιμοι άπ' ό,τι εσείς σ' έμάς. Γιατί έσείς ήλθατε νά βοηθήσετε ξεκινώντας από πόλεις απείραχτες καί άποσκοπώντας στο νά τις διατηρήσετε τέτοιες, επειδή φοβηθήκατε γιά τον έαυτό σας περισσότερο κι όχι γιά έμάς (αφού όσο ήμασταν ακόμα σώοι δέν ήλθατε νά βοηθήσετε)· ενώ έμείς, αντίθετα, ξεκινώντας άπό μία πόλη πού δέν υπήρχε πιά καί διακινδυνεύοντας γι' αυτήν με λιγοστές ελπίδες επιτυχίας συμβάλαμε, στο βαθμό πού μας αναλογεί, στη σωτηρία σας όσο καί στη δική μας. Έάν άπό φόβο γιά τον τόπο μας πηγαίναμε καί έμείς, όπως τόσοι άλλοι, μέ τούς Πέρσες ή έάν, κατόπιν, θεωρώντας πώς ήμασταν κατεστραμμένοι, δέν είχαμε την τόλμη νά μπούμε στά πλοία, δέν θά χρειαζόταν πιά νά ναυμαχήσετε, αφού δέν είχατε αρκετά πλοία, καί τά πράγματα χωρίς δυσκολία θά προχωρούσαν γιά τούς Πέρσες δπως έκείνοι ήθελαν.

[75] »Μάς αξίζει άραγε, Λακεδαιμόνιοι, γιά τό άγωνιστικό φρόνημα καί την ορθότητα τών αποφάσεων πού λάβαμε τότε νά μάς φθονούν τόσο πολύ οί "Ελληνες γιά την ήγεμονία πού έχουμε σήμερα; Κι αλήθεια, την ήγεμονία αυτή δέν την αποκτήσαμε μέ τη βία αλλά έπειδή έσείς δέν θελήσατε νά μείνετε πιστοί καί νά συνεχίσετε τον άγώνα έναντίον τών βαρβάρων πού είχαν άπομείνει κι έπειδή ήλθαν σ' έμάς οί σύμμαχοι καί μας ζήτησαν οί ίδιοι νά άναλάβουμε την αρχηγία. Κι ήταν ή (ρύση τών πραγμάτων πού άρχικά μάς άνάγκασε νά αναπτύξουμε τήν ήγεμονία ίσαμε έκεί πού είναι τώρα, κυρίως άπό τό φόβο τών βαρβάρων, έπειτα καί γιά

τή δόξα, τελικά καί γιά τό συμφέρον μας. 'Αργότερα, καθώς ήμασταν πιά έκτεθειμένοι στο μίσος τών περισσοτέρων συμμάχων καί ορισμένοι άπό αυτούς είχαν ήδη άποστατήσει κι έμείς τούς υποτάξαμε, ένώ παράλληλα έσείς δέν ήσασταν πιά φίλοι μας, όπως πρωτύτερα, άλλά γεμάτοι υποψίες καί έχθρικοί απέναντι μας, νομίζαμε ότι δέν ήμασταν πιά ασφαλείς κι ότι άν χαλαρώναμε τήν αύστηρότητά μας θά κινδυνεύαμε- γιατί και όσοι άποστατούσαν θά έρχονταν μέ τό μέρος σας. Καί κανένας δέν μπορεί νά κατηγορείται όταν μπροστά σέ μέγιστους κινδύνους προσπαθεί νά κατοχυρώσει τά συμφέροντά του.

[76] »Έσείς τουλάχιστον, Λακεδαιμόνιοι, ηγεμονεύετε, αφού ρυθμίσατε τά πράγματα στις πόλεις της Πελοποννήσου κατά τό συμφέρον σας. Καί εάν είχατε τότε παραμείνει ώς τό τέλος ηγεμόνες τών Ελλήνων, μισητοί όπως εμείς από την άσκηση της έξουσίας, γνωρίζουμε καλά ότι δεν θά ήσασταν λιγότερο δυσάρεστοι στους συμμάχους σας κι ότι θά είχατε αναγκαστεί ή νά τους εξουσιάζετε καταπιεστικά ή νά εκτεθείτε οί ίδιοι σε κινδύνους. Έτσι ούτε κι εμείς έχουμε κάνει κάτι παράδοξο καί ξένο στήν άνθρώπινη (ρύση, άν δεχτήκαμε μιά ήγεμονία πού μάς προσφερόταν καί πού ύποκύπτοντας στά τρία πανίσχυρα πράγματα, στην τιμή, τό φόβο καί τό συμφέρον, άρνούμαστε τώρα νά την άφήσουμε, ούτε πάλι είμαστε οί πρώτοι πού τό κάναμε αυτό, απεναντίας ισχύει ανέκαθεν ότι ό άδύναμος πρέπει νά υποτάσσεται στον Ισχυρότερο. Συγχρόνως πιστεύαμε ότι τήν αξίζαμε την ήγεμονία κι ότι τό ίδιο νομίζατε κι έσεϊς, ως τη στιγμή πού από συμφεροντολογικό υπολογισμό επικαλείστε τώρα τις άρχές τής δικαιοσύνης' αρχές πού κανένας μέχρι σήμερα, όταν τού δόθηκε κάπως ή ευκαιρία νά αποκτήσει κάτι διαμέσου τής Ισχύος, δεν τις προέταξε παραμερίζοντας τό δικό του πλεονέκτημα. Κι είναι άξιοι επαίνου όσοι, έχοντας κατορθώσει σύμφωνα με τήν άνθρώπινη (ρύση νά κυριαρχούν έπάνω σε άλλους, συμπεριφέρονται λιγότερο άδικα άπ' όσο τούς έπιτρέπει ή δύναμή τους. Πιστεύουμε πώς άν έρχονταν άλλοι στη δική μας θέση θά άποδεικνυόταν με τό παραπάνω άν είμαστε ή όχι μετριοπαθείς- σ' εμάς όμως κι αυτή ή μετριοπαθής συμπεριφορά άπέφερε, αδίκως, κατάκριση μάλλον παρά έπαινο.

»Διότι ακριβώς επειδή βρισκόμαστε σέ μειονεκτική θέση, στις δίκες με τούς συμμάχους μας, κανονίσαμε νά διεξάγονται αυτές οί δίκες στά δικαστήριά μας, όπου υπάρχει απόλυτη Ισονομία, καί έξαιτίας αύτού θεωρούμαστε από τούς συμμάχους φιλόδικοι. Κανένας τους όμως δέν έξετάζει γιατί ή μομφή αυτή δέν διατυπώνεται καί γιά έκείνους πού ασκούν ήγεμονία αλλού καί πού φέρονται στούς υποτελείς τους μέ λιγότερη μετριοπάθεια άπ' ό,τι εμείς· όσοι δηλαδή μπορούν νά ασκούν βία δέν έχουν διόλου ανάγκη νά προσφεύγουν στά δικαστήρια. Οί σύμμαχοί μας όμως, συνηθισμένοι νά έχουν μαζί μας σχέσεις ίσων προς ίσους, έάν συμβεί από μία δικαστική άπόφαση ή από κάτι πού σχετίζεται μέ τήν άσκηση τής ήγεμονίας μας νά ζημιωθούν, κακώς κατά τή γνώμη τους, έστω σέ κάτι ασήμαντο, άντί νά μάς ευγνωμονούν που δεν τούς στερούμε τό κυριότερο, δυσανασχετούν για τό λίγο πού έχασαν περισσότερο άπ' όσο θά δυσανασχετούσαν έάν εμείς είχαμε έξαρχής παραμερίσει τό δίκαιο καί αυθαιρετούσαμε απροσχημάτιστα' γιατί τότε ούτε οί ίδιοι θά είχαν

αντίρρηση ότι ό ασθενέστερος πρέπει νά υποχωρεί στον ισχυρό. Όπως φαίνεται, οί άνθρωποι οργίζονται περισσότερο όταν άδικούνται παρά όταν υποκύπτουν στη βία- γιατί τό πρώτο θεωρείται αυθαιρεσία προερχόμενη άπό έναν όμοιο, τό δεύτερο εξαναγκασμός επιβαλλόμενος από εναν ισχυρότερο. 'Από τούς Πέρσες ύπέφεραν φοβερότερα καί τά ανέχονταν, ή δική μας όμως ηγεμονία τούς φαίνεται αφόρητη - καί εύλογα: γιατί αφόρητο στούς υποτελείς είναι πάντοτε αυτό πού υποφέρουν τώρα. Καί εσείς, γιά παράδειγμα, άν μάς ανατρέπατε καί άναλαμβάνατε την ήγεμονία, πολύ γρήγορα θά χάνατε τη συμπάθεια πού σάς δείχνουν τώρα οί σύμμαχοι καί πού την οφείλετε στο φόβο τους γιά εμάς, έφόσον βέβαια θά ακολουθούσατε πολιτική σάν έκείνη πού είχατε καί τότε, όταν άναλάβατε για λίγο την αρχηγία έναντίον των Περσών. Γιατί καί οί συνήθειές σας είναι ασύμβατες με έκείνες τών άλλων Ελλήνων καί επιπλέον καθένας άπό σάς βγαίνοντας άπό τον τόπο του δεν άκολουθεί ούτε αυτές ούτε εκείνες πού έπικρατούν στην άλλη Ελλάδα.

[78] »Μή σπεύσετε λοιπόν νά λάβετε αποφάσεις, γιατί δεν πρόκειται γιά πράγματα ασήμαντα, καί μην πεισθείτε άπό γνώμες καί έπικρίσεις άλλων νά άναλάβετε βάρη πού θά τά φορτωθείτε έσείς. Πόσο άστάθμητο πράγμα είναι ό πόλεμος, σκεφθείτε το προτού νά μπλεχτείτε σ' αυτόν. Γιατί όταν παρατείνεται, συνήθως καταντά νά είναι ζήτημα τύχης, κι άπό αυτό ίση απόσταση χωρίζει εσάς όσο καί εμάς, κι έτσι παραμένει άδηλη ή έκβάσή του. Πηγαίνοντας οί άνθρωποι στούς πολέμους ξεκινούν μέ τίς έχθροπραξίες, ενώ θά έπρεπε νά τό κάνουν αυτό ύστερα, καί μόνον όταν υποφέρουν πιά αρχίζουν νά συλλογίζονται. 'Αλλά καθώς δεν έχουμε ακόμα διαπράξει κανένα τέτοιο σφάλμα, ούτε έμείς ούτε άπ' ό,τι βλέπουμε κι έσείς, σάς καλούμε, όσο ακόμη είναι στο χέρι μας νά άποφασίσουμε άνεπηρέαστα, νά μη διαλύσετε τίς σπονδές καί νά μην παραβείτε τούς όρκους, άλλά οί διαφορές μας νά διευθετηθούν μέ διαιτησία σύμφωνα μέ τη συνθήκη. Διαφορετικά, έχοντας μάρτυρές μας τούς θεούς στούς οποίους ορκιστήκαμε, θά προσπαθήσουμε νά άμυνθούμε, έάν αρχίσετε πόλεμο, μέ τον ίδιο τρόπο πού θά τον άρχίσετε».

Έτσι περίπου μίλησαν οί 'Αθηναίοι. Κι όταν οί Λακεδαιμόνιοι άκουσαν τά παράπονα των συμμάχων τους έναντίον τών Αθηναίων, όσο κι αυτά πού είπαν οί 'Αθηναίοι, ζήτησαν από όλους νά απομακρυνθούν καί άρχισαν νά συσκέπτονται μόνοι τους γιά την κατάσταση. Τών περισσοτέρων οί γνώμες συνέκλιναν στο αυτό, ότι δηλαδή οί 'Αθηναίοι είχαν άδικο κι ότι έπρεπε τό ταχύτερο δυνατόν νά άρχίσει πόλεμος έναντίον τους. Πέρασε στο βήμα ό Αρχίδαμος, ό βασιλιάς τους, πού είχε φήμη ανθρώπου μέ σωστή κρίση καί συγκρατημένου, κι είπε τά έξης.

«Έχω καί ό ίδιος, Λακεδαιμόνιοι, πείρα άπό πολλούς πολέμους καί βλέπω άνάμεσά σας όσους είναι στή δική μου ηλικία, ώστε κανένας μας τώρα νά μήν έπιθυμεί άπό έλλειψη πείρας τον πόλεμο, όπως θά μπορούσε νά συμβεί μέ πολλούς, ούτε νά τον νομίζει κάτι καλό καί ακίνδυνο. Έάν τό σκεφθείτε νηφάλια, θά δείτε ότι ό πόλεμος γιά τον όποιο συνεδριάζετε μόνο ασήμαντος δεν θά είναι. Γιατί απέναντι στούς Πελοποννησίους καί στις γειτονικές μας πόλεις ή στρατιωτική δύναμή μας είναι ανάλογη μέ τή δική τους καί μπορούμε νά φθάσουμε γρήγορα οπουδήποτε χρειαστεί. 'Αλλά απέναντι σέ άνθρώπους πού ό τόπος τους είναι μακριά καί πού επιπλέον έχουν μεγάλη πείρα στή θάλασσα καί πού σέ όλα τά άλλα είναι άριστα προετοιμασμένοι, διαθέτουν πλούτο ιδιωτικό όσο καί δημόσιο, καί πλοία καί άλογα καί πληθυσμό όσο καμία άλλη Ελληνική πόλη μόνη της, κι ακόμη πολλούς συμμάχους φόρου υποτελείς, άπέναντι σ' αυτούς τούς άνθρώπους πώς μπορούμε νά πάρουμε έτσι εύκολα τά όπλα έναντίον τους; Σέ ποιόν στηριζόμενοι νά σπεύσουμε απροετοίμαστοι έναντίον τους; Στά πλοία μας άραγε; Μά είμαστε κατώτεροι- κι άν προσπαθήσουμε καί έτοιμαστούμε κι έμείς σ' αυτό, θά χρειαστεί καιρός. Στά χρήματα μήπως; 'Αλλά σέ τούτο υστερούμε ακόμη περισσότερο κι ούτε έχουμε χρήματα σέ ένα κοινό δημόσιο ταμείο ούτε έχουμε διαθέσιμα δικά μας νά συνεισφέρουμε.

«Ισως μερικοί νά άναθαρρεύουν άπό τό ότι υπερτερούμε σέ οπλισμό καί άριθμό στρατιωτών καί μπορούμε νά καταστρέφουμε τή γη τους κάνοντας έπιδρομές. Αύτωνών όμως ή κυριαρχία έκτείνεται σέ πολλές άλλες περιοχές καί θά εισάγουν άπό τή θάλασσα ό,τι χρειάζονται. Αν πάλι έπιχειρήσουμε νά υποκινήσουμε τούς συμμάχους τους σέ αποστασία, θά χρειαστεί νά τούς βοηθήσουμε κι αυτούς με πλοία, άφού οί περισσότεροι είναι νησιώτες. Τί λογής θά είναι λοιπόν τούτος ό πόλεμος; Διότι έάν δεν επικρατήσουμε στη θάλασσα ή δεν τους άφαιρέσουμε τις προσόδους άπ' όπου συντηρούν τό ναυτικό, ή ζημιά πού θά έχουμε εμείς θά είναι μεγαλύτερη. Καί τότε ούτε νά συνομολογήσουμε έντιμη ειρήνη θά είναι πιά δυνατόν, ιδίως έάν φανούμε πώς μάλλον εμείς ξεκινήσαμε τις έχθροπραξίες. Γιατί ασφαλώς δεν πρέπει νά μάς παρασύρει έκείνη ή έλπίδα ότι θά τελειώσει γρήγορα ό πόλεμος, άν καταστρέφουμε τη γή τους. Πολύ φοβάμαι μήπως τον άφήσουμε κληρονομιά καί στά παιδιά μας' τόσο εύλογο είναι ότι με τη μεγαλοφροσύνη πού έχουν οί 'Αθηναίοι ούτε δούλοι τής γης πρόκειται νά γίνουν ούτε νά πανικοβληθούν σάν πρωτόπειροι από τον πόλεμο.

»Δέν συνιστώ ωστόσο νά τούς άφήνουμε αδιαφορώντας νά βλάπτουν τούς συμμάχους μας καί απροκάλυπτα νά μάς έπιβουλεύονται, απλώς συμβουλεύω νά μην πάρουμε ακόμη τά όπλα, αλλά νά στέλνουμε πρέσβεις καί νά κάνουμε διαβήματα διαμαρτυρίας, χωρίς νά λέμε ούτε ότι θά τούς κηρύξουμε τον πόλεμο ούτε ότι θά ανεχθούμε την κατάσταση' καί στο μεταξύ νά έτοιμάζουμε τις δυνάμεις μας έξασφαλίζοντας συμμάχους καί άπό τούς Έλληνες καί άπό τούς βαρβάρους μήπως μπορέσουμε καί πάρουμε άπό κάπου ναυτική ή χρηματική ένίσχυση (καί δεν είναι διόλου αξιοκατάκριτο όσοι γίνονται θύματα έπιβουλής, όπως έμείς άπό τούς 'Αθηναίους, νά δέχονται βοήθεια όχι άπό Έλληνες μόνο αλλά καί άπό βαρβάρους γιά νά σωθούν) καί συγχρόνως νά άξιοποιούμε τούς δικούς μας πόρους. Καί έάν μέν δώσουν κάποια προσοχή στούς πρέσβεις μας, τόσο τό καλύτερο' διαφορετικά, ύστερα άπό δύο ή τρία χρόνια, άν τό άποφασίσουμε, θά κινηθούμε έναντίον τους, καλύτερα πια έξοπλισμένοι. Καί ίσως τότε, βλέποντας τήν έτοιμασία μας καί ότι τά λόγια μας υποδηλώνουν πράγματα άνάλογα με αυτήν, νά φανούν πιο υποχωρητικοί, άφού καί ή γή τους θά είναι άκόμα άπείραχτη καί αυτοί θά άποφασίζουν γιά άγαθά υπαρκτά πού δεν θά έχουν άκόμα καταστραφεί. Γιατί μή νομίσετε ότι ή γή τους είναι γιά μάς κάτι άλλο άπό ένέχυρο, καί μάλιστα τόσο πολυτιμότερο όσο καλύτερα καλλιεργημένη είναι' κι αυτή τή γή πρέπει νά τήν άφήσετε απείραχτη για όσο τό δυνατόν περισσότερο χρόνο, καί νά μήν τούς φέρετε σε άπόγνωση, κάνοντάς τους έτσι πιο άπρόσβλητους. Διότι έάν ένδίδοντας στά παράπονα τών συμμάχων τήν καταστρέφουμε,

ένώ θά είμαστε απροετοίμαστοι για πόλεμο, προσέξτε μήπως προκαλέσουμε μεγαλύτερη ταπείνωση στην Πελοπόννησο και την φέρουμε σέ μεγαλύτερο αδιέξοδο. Πραγματικά, για παράπονα είτε πόλεων είτε ιδιωτών μπορεί νά βρεθούν λύσεις, έναν πόλεμο όμως, που θά τον αναλάμβαναν όλοι γιά τά συμφέροντα ορισμένων και που είναι αδύνατον νά γνωρίζουμε ποιά έκβαση θά έχει, δέν είναι εύκολο νά τον τερματίσουμε αξιοπρεπούς.

[83] »Κι ας μη θεωρήσει κανένας ανανδρία τό ότι πολλοί από έμάς δεν έπιχειρούμε γρήγορα έπίθεση σέ μία πόλη. Γιατί έχουν κι έκείνοι όχι λιγότερους συμμάχους πού συνεισφέρουν χρήματα, καί ό πόλεμος δέν είναι υπόθεση όπλων όσο οικονομικών μέσων, διότι διαμέσου αυτών τά όπλα γίνονται αποτελεσματικά ιδίως όταν πολεμούν χερσαίες δυνάμεις

έναντίον ναυτικών. Άς τά βρούμε λοιπόν πρώτα αυτά κι άς μην παρασυρόμαστε πρόωρα άπό τά λόγια τών συμμάχων- έμείς, που θά φέρουμε καί τη μεγαλύτερη ευθύνη γιά την καλή ή κακή έκβαση τού πολέμου, οφείλουμε οι ίδιοι χωρίς βιασύνη καί νά προβλέπουμε γι' αυτά.

[84] »Καί γιά τή βραδύτητα καί τήν άναβλητικότητα, πού κυρίως μάς καταλογίζουν, μήν αισθάνεστε ντροπή. Άν επιχειρήσετε κάτι βιαστικά, θά καθυστερήσετε περισσότερο στο τέλος επειδή επιχειρήσατε απροετοίμαστοι, κι επιπλέον χάρη σ' αυτή τήν πολιτική κατοικούμε όλο αυτό τον

καιρό μιά πόλη έλεύθερη καί ξακουστή. Καί ή βραδύτητα αυτή κατά βάση μπορεί νά είναι σωφροσύνη στηριγμένη στο λογισμό- γιατί σ' αυτήν οφείλεται τό ότι μόνο έμάς οί επιτυχίες δέν μάς κάνουν θρασείς καί οί συμφορές μάς λυγίζουν λιγότερο άπ' ό,τι άλλους. Καί ή ευχαρίστηση άπό τις γεμάτες επαίνους παροτρύνσεις εκείνων πού παρά τή δική μας αντίθετη γνώμη μάς εξωθούν σέ κινδύνους δέν μάς παρασύρει, ούτε, πολύ περισσότερο, μάς μεταπείθει ή δυσαρέσκεια πού αισθανόμαστε, όταν προσπαθεί κάποιος νά μάς έρεθίσει διατυπώνοντας κατηγορίες έναντίον μας. Γενναίους καί μέ σωστή κρίση μάς κάνει ό πειθαρχημένος τρόπος μας, γενναίους γιατί τό συναίσθημα τής ντροπής άκουμπάει γερά στή φρόνηση καί ή γενναιότητα στή συναίσθηση τής ντροπής, κι έχουμε σωστή κρίση γιατί ή αγωγή μας δέν μάς κάνει τόσο πολύξερους ώστε νά θεωρούμε τον εαυτό μας σοφότερο άπό τούς νόμους, ένώ μέ τή σκληρή πειθαρχία της μάς κάνει αρκετά συγκρατημένους, ώστε νά μή θέλουμε νά τούς παραβιάσουμε- κι ούτε μάς κάνει τόσο σοφούς σέ πράγματα άχρηστα ώστε νά έπικρίνουμε μέ ώραία λόγια τις πολεμικές έτοιμασίες τών άντιπάλων, ανήμπορους όμως νά πράττουμε ανάλογα, απεναντίας πιστεύουμε ότι και τών άλλων τά σχέδια είναι παραπλήσια με τά δικά μας

κι ότι οί μεταστροφές τής τύχης δεν καθορίζονται από τά λόγια. Πάντοτε νά έτοιμαζόμαστε έμπράκτως, πιστεύοντας πώς άπέναντί μας έχουμε αντιπάλους που σκέπτονται σωστά, καί τις έλπίδες μας νά τις στηρίζουμε όχι σε ενδεχόμενα λάθη τους αλλά στή βεβαιότητα πού απορρέει από τή δική μας προνοητικότητα. Δεν πρέπει νά νομίζουμε ότι διαφέρει πολύ άνθρωπος άπό άνθρωπο, αλλά άνώτερο νά θεωρούμε όποιον έκπαιδεύεται στις άπολύτως αναγκαίες άρετές.

[85] »Αύτές λοιπόν τις άρχές που μάς παρέδωσαν οί πατέρες μας καί πού τις κρατάμε πάντα κι έμείς προς όφελός μας, άς μην τις άψήσουμε, κι ας μην πάρουμε μέσα σε λίγες ώρες βιαστικές αποφάσεις γιά πολλές ζωές καί χρήματα καί πόλεις καί καλή φήμη καί άς σκεφθούμε μέ ήσυχία. Αυτό μάς έπιτρέπεται περισσότερο άπ' ό,τι σέ άλλους λόγω τής δύναμής

μας. Καί στούς Αθηναίους νά στείλετε πρέσβεις γιά την Πστείδαια, νά στείλετε επίσης γιά τις άλλες αδικίες πού οί σύμμαχοί μας ισχυρίζονται ότι ύφίστανται, αφού άλλωστε καί οί Αθηναίοι είναι έτοιμοι νά δεχτούν διαιτησία- δέν είναι σωστό νά επιτίθεται κανείς προκαταβολικά σέ κάποιον πού δέχεται νά υποβληθεί σέ διαιτησία σάν νά ήταν ήδη ένοχος αδικίας. Συγχρόνως όμως νά έτοιμάζεστε γιά τον πόλεμο. Τούτες οί άποφάσεις θά είναι οί καλύτερες, καί γιά τούς αντιπάλους οί φοβερότερες».

Αυτά περίπου είπε ό Αρχίδαμος- τελευταίος πήρε τό λόγο ό Σθενελαίδας, ένας άπό τούς έφορους τότε, καί είπε στούς Λακεδαιμονίους τά έξης.

[86] «Τά πολλά λόγια τών Αθηναίων δέν τά καταλαβαίνω' γιατί, ένώ παίνεψαν πολύ τον έαυτό τους, πουθενά στο λόγο τους δέν αμφισβήτησαν ότι αδικούν τούς συμμάχους μας καί τήν Πελοπόννησο. Κι όμως, άν υπήρξαν καλοί άπέναντί στούς Πέρσες αλλά σ' εμάς τώρα είναι κακοί, τούς άξίζει διπλή τιμωρία, γιατί άπό καλοί έχουν γίνει κακοί. Εμείς όμως είμαστε ίδιοι καί τότε καί τώρα, καί τούς συμμάχους μας, έάν πράξουμε ώς λογικοί άνθρωποι δέν θά τούς άφήσουμε νά άδικούνται ούτε θά αναβάλουμε νά τούς βοηθήσουμε' ούτε κι εκείνοι μπορούν πιά νά αναβάλουν τά δεινοπαθήματά τους. Πραγματικά, άλλοι έχουν χρήματα πολλά καί πλοία καί αλόγα, έμείς όμως έχουμε συμμάχους καλούς, που δέν πρέπει νά τούς άφήσουμε στο έλεος τών 'Αθηναίων, ούτε νά λύσουμε τις διαφορές μας με δίκες καί λόγια, άφού κι οί ίδιοι δέν ζημιωνόμαστε μόνο στα λόγια, άλλα νά τούς βοηθήσουμε άμέσως καί με όλη μας τη δύναμη. Καί νά μη μάς κάνουν μαθήματα πώς πρέπει τάχα νά κάνουμε συσκέψεις την ώρα πού άδικούμαστε, άπεναντίας μάλλον όσοι σκοπεύουν νά άδικήσουν πρέπει νά τό σκέπτονται πολύ. 'Αποφασίστε λοιπόν τον πόλεμο, Λακεδαιμόνιοι, άντάξια με τη Σπάρτη, κι ούτε τούς 'Αθηναίους νά άφήσετε νά γίνονται ισχυρότεροι ούτε τούς συμμάχους μας νά καταπροδώσουμε άλλά, με τη βοήθεια τών θεών, ας πάμε νά πολεμήσουμε εκείνους πού άδικούν!»

[87] Κάπως έτσι μίλησε ό Σθενελάίδας καί καθώς ήταν έφορος έβαλε ό ίδιος τό ζήτημα σέ ψηφοφορία στη συνέλευση τών Λακεδαιμονίων. Είπε ότι δέν διακρίνει ποιά άπό τις δύο βοές είναι μεγαλύτερη (γιατί εκεί οί άποφάσεις λαμβάνονται διά βοής κι όχι μέ ψήφους), κι επειδή ήθελε νά τούς έξωθήσει άκόμη περισσότερο στον πόλεμο βάζοντάς τους νά έκδηλώσουν φανερά τή γνώμη τους, πρόσθεσε: «Όποιος άπό σάς, Λακεδαιμόνιοι, νομίζει ότι οί συνθήκες έχουν παραβιαστεί κι ότι οί 'Αθηναίοι άδικούν, νά σηκωθεί καί νά πάει άπό έκείνη την πλευρά», δείχνοντάς τους κάποιο σημείο, «κι όποιος δέν τό νομίζει αυτό, νά πάει άπό την άλλη πλευρά». Σηκώθηκαν τότε καί στάθηκαν χωριστά, κι ήσαν πολύ περισσότεροι εκείνοι πού θεωρούσαν ότι οί συνθήκες είχαν παραβιαστεί.

4Ξανακάλεσαν τότε τούς συμμάχους καί τούς άνακοίνωσαν ότι θεωρούν πώς οί 'Αθηναίοι άδικούν, θέλουν όμως νά συγκαλέσουν καί τούς συμμάχους όλους καί νά φέρουν τό ζήτημα σέ ψηφοφορία ώστε νά άποφασίσουν άπό κοινού τον πόλεμο, εάν τον άποφασίσουν. "Οταν οί σύμμαχοι έφθασαν σέ αυτό τό άποτέλεσμα, άναχώρησαν γιά τις πόλεις τους, έπίσης ύστερα καί οί πρέσβεις τών 'Αθηναίων, όταν διεκπεραίωσαν την άποστολή γιά την όποια είχαν έλθει. Την άπόφαση αυτή, ότι δηλαδή ή συνθήκη ειρήνης έχει διαλυθεί, την έλαβε ή συνέλευση τό δέκατο τέταρτο έτος τής Τριακονταετούς ειρήνης πού συνομολογήθηκε μετά τον πόλεμο στην Εύβοια.

[88] Καί οί Λακεδαιμόνιοι ψήφισαν ότι ή συνθήκη έχει παραβιαστεί καί ότι πρέπει νά κηρυχτεί πόλεμος όχι τόσο έπειδή τούς έπεισαν τά λόγια τών συμμάχων τους όσο επειδή φοβούνταν μήπως οί 'Αθηναίοι γίνουν άκόμη ισχυρότεροι, αφού έβλεπαν τις περισσότερες πόλεις τής Ελλάδας να έχουν πέσει ήδη στα χέρια τους.

Τέλος.

Και λίγες παρατηρήσεις με την μορφή ερωτήσεων -απαντήσεων με το ΑΙ για το παρακάτω άρθρο θα τις βρείτε στο τέλος, γιατι δεν ευσταθεί το θεωρητικό σχήμα του Πολύβιου που με βάση αυτό στήθηκε το παρακάτω άρθρο, και να μην ξεχνάμε ότι στις ΗΠΑ εχουμε ολιγαρχία αυτό είναι το πολίτευμα τους.

Η παγίδα του Πολυβίου – Ένας φιλορωμαίος απαντά στον Θουκυδίδη

07/10/2021

Γράφει ο Παναγιώτης Πασπαλιάρης *

Αν κάτι αξιοσημείωτο μπορεί να πει κάποιος για την εποχή που ζούμε είναι ότι φαίνεται να έχουν σωθεί οι μεγάλοι πόλεμοι μεταξύ των κρατών. Περιφερειακές συγκρούσεις και εμφύλιοι συμβαίνουν, ίσως και με μεγαλύτερη ένταση, αλλά τα μεγάλα κράτη, ιδιαίτερα στη δύση, έχουν σταματήσει να πολεμούν. Και το ερώτημα είναι, ως πότε;

Αυτοί που δεν ξεγελιούνται από την νηνεμία είναι οι ιστορικοί και οι διεθνολόγοι. Γι' αυτούς το ζήτημα είναι πότε θα γίνει ο επόμενος μεγάλος πόλεμος και πού. Την πιο σπουδαία απάντηση για το ζήτημα δεν την έδωσαν συγκριτικές ή ποσοτικές μελέτες ούτε οι περίφημοι αλγόριθμοι τεχνητής νοημοσύνης. Την έδωσε και πάλι ο μακρινός μας φίλος, ο Θουκυδίδης. Ένας Αμερικανός καθηγητής, ο Graham Allison, επανάφερε στην επικαιρότητα τις σκέψεις του Αθηναίου στρατηγού και πατέρα της επιστημονικής ιστορίας, και συγκεκριμένα το κομμάτι εκείνο της ανάλυσης των αιτίων του Πελοποννησιακού πολέμου.

Για τον Θουκυδίδη ο πόλεμος έγινε λόγω της ραγδαίας ανάπτυξης της αθηναϊκής ηγεμονίας. Η αλλαγή αυτή φόβισε τις παραδοσιακές δυνάμεις, και ιδιαίτερα τη Σπάρτη. Ο πόλεμος ήταν αναπόφευκτος. Ο Allison απομόνωσε αυτή την πρόταση του Θουκυδίδη, την ονόμασε "παγίδα του Θουκυδίδη" (Thucydides' trap) και την εφάρμοσε στα όσα συμβαίνουν στον καιρό μας με τη ραγδαία άνοδο της Κίνας και την συνακόλουθη αντίδραση της Δύσης και ιδιαίτερα των ΗΠΑ.

Η θεωρία του Allison έγινε η δημοφιλέστερη σήμερα ιδέα στα συνέδρια των διεθνών σχέσεων και στις αναλύσεις του τύπου. Προτείνει ότι ένας πόλεμος μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ είναι πιθανότερο να συμβεί, παρά το αντίθετο. Όμως δε λέει τίποτα για το ποιος θα κερδίσει αυτόν τον πόλεμο. Και κάπου εδώ μπαίνει στην εξίσωση ο έτερος των μεγάλων ιστορικών της αρχαιότητας, ο Πολύβιος.

Πού κρίνεται ο πόλεμος

Γεννημένος στα χρόνια που η Ρώμη αναδύθηκε ως ηγέτιδα δύναμη, ο Πολύβιος ταυτίστηκε μαζί της. Ακολούθησε τους Σκιπίωνες στις κατακτήσεις τους και εξήγησε τόσο την άνοδό της όσο και το πλέγμα των διεθνών σχέσεων της εποχής, σε τέτοιο βαθμό και με τέτοιο τρόπο που θα έλεγε κανείς ότι αυτός είναι ο πατέρας της διεθνολογίας. Δεν τον ενδιέφεραν μόνο τα γεγονότα, τον ενδιέφεραν οι σχέσεις και οι κανόνες πίσω από τα γεγονότα.

Ο Πολύβιος, για κάποιους λόγους που θα εξηγήσουμε, επηρέασε περισσότερο τον κόσμο μας από ό,τι ο Θουκυδίδης. Πρώτα από όλα, η δικιά του "παγίδα" εξηγεί όχι μόνο τα αίτια ενός μεγάλου πολέμου, αλλά και το ποιος θα νικήσει. Ο Πολύβιος εξήγησε τους λόγους για τους οποίους η Σπάρτη έχασε την ηγεμονία της. Εξήγησε παράλληλα τους λόγους για τους οποίους ισχυρές εμπορικές δυνάμεις της εποχής, όπως η Ρόδος και το Βυζάντιο θα κατέληγαν υποτελείς ισχυρών πόλεων, παρά τον πλούτο τους και τη ναυτική τους δύναμη.

Για τον Πολύβιο ο πόλεμος κρίνεται εν πολλοίς στο ειρηνικό διάστημα πριν από αυτόν. Πώς προετοιμάζεται μια πόλη-κράτος, ποιες οι προτεραιότητές της, οι πηγές της δύναμής της, δηλαδή, ποιοι οι συνταγματικοί της νόμοι, ποιο το πολίτευμα. Οι πόλεις οι οποίες είχαν μεικτό πολίτευμα, ταυτόχρονα μοναρχικές, αριστοκρατικές και δημοκρατικές δομές είχαν πλεονέκτημα σε σχέση με τις πόλεις που ήταν αποκλειστικά μοναρχίες, δημοκρατίες ή αριστοκρατίες.

Αργά η γρήγορα μια μοναρχία θα καταλήξει στην τυραννία, μια αριστοκρατία σε ολιγαρχία, και μια δημοκρατία σε οχλοκρατία. Όταν όλα όμως τα πολιτεύματα αυτά ενυπάρχουν στη συνταγματική δομή μιας πόλης τότε το ένα συγκρατεί το άλλο. Η εξουσία μοιράζεται και αυτό είναι ευτύχημα. Δεν μπορεί κάποιος ή κάποιοι να συγκεντρώσουν την απόλυτη δύναμη στα χέρια τους, γεγονός που θα επιταχύνει τους νόμους της πολιτειακής εντροπίας, δηλαδή όπως τους εξήγησε ο Πολύβιος, τη διαφθορά που ακολουθεί πάντοτε μια ανεξέλεγκτη εξουσία.

Εφαρμογές στο σήμερα

Ο ένας συγκρατεί τον άλλον, δηλαδή ο ένας ελέγχει την εξουσία του άλλου, ώστε να μην κακοφορμίσει αυτή σε βάρος της πόλης, και έτσι το πολίτευμα έρχεται σε μια ισορροπία (checks and balances). Οι πόλεις κράτη πέφτουν στην "παγίδα του Πολυβίου" όταν επιδιώκουν στόχους που δεν συνάδουν με τις συνταγματικές τους δυνάμεις. Η Σπάρτη προσπάθησε να επεκταθεί, αλλά το πολίτευμά της δεν είχε σχεδιαστεί γι' αυτό, και έτσι απέτυχε.

Οι εμπορικές δυνάμεις επεκτάθηκαν στις θάλασσες, πλούτισαν, αλλά μη έχοντας συνταγματική ισορροπία στο εσωτερικό τους, οδήγησαν τους πολίτες σε έναν πλαδαρό τρόπο ζωής, έναν νεοπλουτισμό, ασύμβατο με την υπεράσπιση της πατρίδας που χρειάζεται θυσίες. Έτσι έγιναν στόχος των άγριων γειτόνων τους, που έρχονταν και ξαναέρχονταν κάτω από τα τείχη τους για πλιάτσικο και υποταγή.

Η παγίδα του Πολυβίου εξηγεί θαυμάσια την αδυναμία ή την απροθυμία της Γερμανίας να ηγηθεί της Ενωμένης Ευρώπης. Η συνταγματική δομή της πότε ανθίσταται στις πολιτικές ενωσιακές πρωτοβουλίες (συνταγματικό δικαστήριο) και πότε αντιδρά σε ιδέες όπως ο ενωμένος στρατός (οικονομικές ελίτ). Εξηγεί επίσης την αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ηγηθεί του κόσμου δίπλα στις ΗΠΑ, ως ίσος προς ίσο.

Η συνταγματική ανισορροπία και ιδιαίτερα το δημοκρατικό έλλειμμα παράγει σειρά ανεκδότων με θέμα την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ), στα οποία μόνιμος πρωταγωνιστής είναι σήμερα ο άτυχος Josep Borel. Τη στιγμή που ο Αυστριακός ή Ιρλανδός πολίτης είναι αδύνατο να κατανοήσει γιατί πρέπει να πολεμήσει στα σύνορα της Ελλάδας ή της Ιταλίας αν χρειαστεί, δεν μπορεί κανείς πραγματικά να περιμένει η Ευρώπη να ηγηθεί στρατιωτικά ακόμα και στη γειτονιά της. Έπειτα, ποιον ηγέτη ακριβώς να ακολουθήσει στην ειρήνη ή στον πόλεμο, κανείς δεν έχει καταλάβει.

Γιατί η Κίνα θα χάσει

Εξηγεί τέλος, τους λόγους για τους οποίους η Κίνα θα χάσει στην πολυεπίπεδη αναμέτρηση με τις ΗΠΑ και τους συμμάχους της. Η εξουσία στην Κίνα συγκεντρώνεται σε ελάχιστους ανθρώπους. Η πίεση θα φέρει κακές αποφάσεις. Η Κίνα έχει βιώσει μέχρι σήμερα μόνο τον ανοδικό κύκλο του καπιταλισμού, όταν βιώσει τον καθοδικό, όλο αυτό το οικοδόμημα της παντοδυναμίας του κομμουνιστικού κόμματος πρόκειται να καταρρεύσει, ταυτόχρονα με τα φιλόδοξα σχέδια παγκόσμιας κυριαρχίας.

Αντιθέτως, οι ΗΠΑ εδώ και 250 χρόνια σχεδίασαν το πολίτευμά τους με κρυφό σύμβουλο τον Πολύβιο. Έκαναν ακριβώς ό,τι τους είπε ο Μεγαλοπολίτης ιστορικός, και αυτό το παραδέχονται όσοι γνωρίζουν το θέμα καλώς. Αυτό εννοούσαμε όταν είπαμε ότι ο Πολύβιος έχει επηρεάσει περισσότερο από οποιονδήποτε αρχαίο άνδρα τον κόσμο μας. Είδαμε τη σοφία της θεωρητικής του κατασκευής πρόσφατα.

Ο "τραμπικός" όχλος προσπάθησε να καταλύσει το πολίτευμα των ΗΠΑ πριν από λίγους μόνο μήνες. Οι λοιπές εξουσίες απέτρεψαν την ανατροπή της εσωτερικής τάξης. Το κράτος ανέλαβε τάχιστα τις δυνάμεις του και αναδιαρθρώνει τις δυνάμεις του στο εξωτερικό με στόχο την υποταγή της Κίνας στο δικό τους μονομερές σύστημα που αναδύθηκε τη δεκαετία του 1990.

Τέλος, αυτό που δεν μπορεί να προβλέψει η "παγίδα του Πολυβίου" είναι το αποτέλεσμα μιας πυρηνικής σύγκρουσης. Μπορεί όμως να την αποτρέψει. Η σιγουριά της Δύσης, όσον αφορά τη συνταγματική της υπεροχή έναντι της κομμουνιστικής Κίνας, θα πρέπει να την κάνει να απόσχει από μια μεγάλη σύγκρουση. Ακόμα κι αν χρειαστεί ένας νέος βραχύβιος ψυχρός πόλεμος, η Δύση πρόκειται να αναδειχθεί νικήτρια. Η Κίνα είναι παγιδευμένη στις αιώνιες δυνάμεις του αρχαίου Έλληνα ιστορικού, του Πολυβίου.

__Τέλος.

θεωρια πολυβιου και αδυναμιες του

Η θεωρία του Πολύβιου βασίζεται στον κυκλικό χαρακτήρα της ιστορίας (ανακύκλωση) και στην ιδέα του μικτού πολιτεύματος.

Η Θεωρία του Πολύβιου

  • Ανακύκλωση: Τα πολιτεύματα ακολουθούν μια φυσική, νομοτελειακή πορεία ακμής και παρακμής.
  • Έξι Μορφές: Η ιστορία εναλλάσσει τρία καλά πολιτεύματα και τις τρεις εκφυλισμένες μορφές τους.
  • Η Διαδοχή: Βασιλεία -Τυραννία

Αριστοκρατία- Ολιγαρχία

Δημοκρατία -Οχλοκρατία.

  • Το Μικτό Πολίτευμα: Η ανάμειξη μοναρχικών, αριστοκρατικών και δημοκρατικών στοιχείων σταματά τον κύκλο της παρακμής.
  • Το Παράδειγμα: Η Ρωμαϊκή Δημοκρατία (Ύπατοι, Σύγκλητος, Εκκλησία του Δήμου) ως το τέλειο μικτό πολίτευμα.

Οι Αδυναμίες της Θεωρίας

  • Υπερβολικός Ντετερμινισμός: Θεωρεί την κυκλική πορεία ως μια άκαμπτη βιολογική νομοτέλεια.
  • Παραμέληση Εξωτερικών Παραγόντων: Εστιάζει μόνο στις εσωτερικές αιτίες παρακμής, αγνοώντας ξένες εισβολές ή οικονομικές κρίσεις.
  • Ωραιοποίηση της Ρώμης: Παρουσιάζει το ρωμαϊκό πολίτευμα ως απόλυτα ισορροπημένο, υποτιμώντας τις βαθιές κοινωνικές της συγκρούσεις.
  • Στατικότητα Μικτού Πολιτεύματος: Υποθέτει λανθασμένα ότι η θεσμική ισορροπία μπορεί να μείνει αναλλοίωτη στον χρόνο.
  • Περιορισμένη Εφαρμογή: Το σχήμα του δεν μπορεί να ερμηνεύσει την πολυπλοκότητα σύγχρονων ή μη γραμμικών ιστορικών εξελίξεων.

Αν θέλετε, μπορούμε να εμβαθύνουμε περισσότερο στη θεωρία του Πολύβιου. Ενημερώστε με αν θέλετε να:

  • Αναλύσουμε πώς ακριβώς εκφυλίζεται κάθε πολίτευμα.
  • Δούμε πώς εφάρμοσε η Ρώμη το μικτό πολίτευμα στην πράξη.
  • Συγκρίνουμε τις ιδέες του με τη θεωρία του Πλάτωνα ή του Αριστοτέλη.

πώς εφάρμοσε η Ρώμη το μικτό πολίτευμα στην πράξη.

Η Ρώμη εφάρμοσε το μικτό πολίτευμα μοιράζοντας την εξουσία σε τρία διαφορετικά όργανα, τα οποία αντιπροσώπευαν τις τρεις θετικές μορφές πολιτεύματος.

Η θεσμική αυτή ισορροπία απέτρεπε τη συγκέντρωση της δύναμης σε έναν μόνο πόλο.

Τα Τρία Στοιχεία του Ρωμαϊκού Πολιτεύματος

  • Οι Ύπατοι (Μοναρχικό Στοιχείο): Δύο ανώτατοι άρχοντες με ενιαύσια θητεία. Είχαν την εκτελεστική εξουσία, διοικούσαν τον στρατό και εκπροσωπούσαν το κράτος.
  • Η Σύγκλητος (Αριστοκρατικό Στοιχείο): Σώμα ισόβιων μελών από την τάξη των πατρικίων. Ήλεγχε τα δημόσια οικονομικά, την εξωτερική πολιτική και τη διαχείριση των επαρχιών.
  • Οι Λαϊκές Εκκλησίες (Δημοκρατικό Στοιχείο): Οι συνελεύσεις των πολιτών (Comitia). Ψήφιζαν νόμους, εξέλεγαν τους άρχοντες και αποφάσιζαν για πόλεμο ή ειρήνη.

Ο Μηχανισμός Ελέγχου και Ισορροπίας

  • Αμοιβαία Εξάρτηση: Κανένα όργανο δεν μπορούσε να λειτουργήσει αυτόνομα.
  • Έλεγχος των Υπάτων: Οι Ύπατοι χρειάζονταν τη Σύγκλητο για τη χρηματοδότηση των εκστρατειών και τον Λαό για την επικύρωση των συνθηκών.
  • Έλεγχος της Συγκλήτου: Η Σύγκλητος χρειαζόταν τον Λαό για να ψηφίζονται οι αποφάσεις της ως νόμοι του κράτους.
  • Το Δικαίωμα της Αρνησικυρίας: Οι Δήμαρχοι (Tribuni plebis), εκπροσωπώντας τον Λαό, μπορούσαν να ακυρώσουν (veto) οποιαδήποτε απόφαση της Συγκλήτου ή των Υπάτων.

Αν θέλετε να συνεχίσουμε την ανάλυση, πείτε μου αν σας ενδιαφέρει να:

  • Εξετάσουμε τους λόγους που κατέρρευσε τελικά αυτό το σύστημα στη Ρώμη.
  • Δούμε τη διαφορά μεταξύ Πατρικίων και Πληβείων σε αυτή τη δομή.
  • Συγκρίνουμε το ρωμαϊκό σύστημα με τους σύγχρονους θεσμούς (π.χ. τη διάκριση εξουσιών).

δεν μπορω να καταλάβω τι ισχυει απο ολα αυτά, η εκκλησια του δημου ηταν στην ουσια ανυπαρκτη ειδικα μετα την δολοφονια των Γράκχων, οι υπατοι ηταν ανθρωποι της γερουσιας και τελικα απλως σκοτωνόντουσαν οι πλουσιοι μεταξυ τους για χρημα και δοξα.

Έχετε απόλυτο δίκιο στην παρατήρησή σας και αγγίζετε τον πυρήνα της μεγαλύτερης αδυναμίας του Πολύβιου. Αυτό που περιγράφετε είναι η ιστορική πραγματικότητα, ενώ αυτό που έγραψε ο Πολύβιος ήταν η θεωρητική «βιτρίνα» του ρωμαϊκού συντάγματος.

Η αντίφραση ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη εξηγείται μέσα από τα εξής ιστορικά δεδομένα:

Η Πραγματικότητα πίσω από τη «Βιτρίνα»

  • Ολιγαρχία στην πράξη: Η Ρώμη δεν υπήρξε ποτέ πραγματική δημοκρατία. Ήταν μια σκληρή ολιγαρχία, όπου η Σύγκλητος και οι πλούσιες οικογένειες (nobilitas) ήλεγχαν τα πάντα.
  • Χειραγώγηση του Λαού: Οι Λαϊκές Εκκλησίες ψήφιζαν, αλλά το σύστημα ψηφοφορίας ήταν δομημένο έτσι ώστε η ψήφος των πλουσίων να μετράει πολύ περισσότερο από την ψήφο των φτωχών.
  • Ύπατοι-Μαριονέτες: Οι Ύπατοι προέρχονταν σχεδόν πάντα από την τάξη των συγκλητικών και, μετά τη μονοετή θητεία τους, επέστρεφαν στη Σύγκλητο. Είχαν κάθε συμφέρον να εξυπηρετούν τα ταξικά τους συμφέροντα.

Το Σημείο Καμπής: Αδελφοί Γράγχοι

  • Κατάρρευση των προσχημάτων: Η δολοφονία των Τιβέριου και Γάιου Γράγχου απέδειξε ότι η Σύγκλητος δεν ανεχόταν καμία δημοκρατική μεταρρύθμιση (όπως η διανομή γης στους φτωχούς).
  • Εισαγωγή της βίας: Από εκείνο το σημείο και μετά, η πολιτική διαμάχη σταμάτησε να γίνεται με θεσμούς και άρχισε να γίνεται με όπλα.

«Πλούσιοι εναντίον Πλουσίων»

  • Ιδιωτικοί στρατοί: Στρατηγοί όπως ο Μάριος, ο Σύλλας, ο Πομπήιος και ο Καίσαρας μετέτρεψαν τους στρατιώτες σε προσωπικούς τους υπαλλήλους με αντάλλαγμα λάφυρα και γη.
  • Χρήμα και Δόξα: Οι εμφύλιοι πόλεμοι που ακολούθησαν δεν έγιναν για ιδεολογίες, αλλά για το ποιος πολιτικός-στρατιωτικός αρχηγός θα αποκτούσε την απόλυτη εξουσία και τον πλούτο των επαρχιών.

Γιατί λοιπόν ο Πολύβιος έγραψε αυτά που έγραψε;

  • Η εποχή του: Ο Πολύβιος έγραψε το έργο του γύρω στο 150 π.Χ., πριν από τη δολοφονία των Γράγχων (133 π.Χ.) και τους μεγάλους εμφυλίους. Είδε τη Ρώμη στο απόγειο της δύναμής της και την ωραιοποίησε.
  • Πολιτική σκοπιμότητα: Ήταν Έλληνας όμηρος στη Ρώμη και στενός φίλος των Σκιπιώνων (μιας από τις ισχυρότερες ρωμαϊκές οικογένειες). Ήθελε να εξηγήσει στους Έλληνες γιατί η Ρώμη τους κατέκτησε, αποδίδοντάς το στην «τέλεια» εσωτερική της οργάνωση.

Αν θέλετε, μπορούμε να εστιάσουμε σε κάτι πιο συγκεκριμένο:

  • Να δούμε πώς ο Ιούλιος Καίσαρας εκμεταλλεύτηκε αυτή τη σήψη για να πάρει την εξουσία.
  • Να αναλύσουμε πώς ακριβώς οι ιδιωτικοί στρατοί αντικατέστησαν τους θεσμούς.
  • Να εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο οι πλούσιοι αγόραζαν τις ψήφους του λαού (άρτος και θεάματα).

εκτος απο ολα αυτα η θεωρια του πολυβιου δεν μπορει να εξηγησει την αυτοκρατορικη ρωμη, ενας πανω απο ολους ο αυτοκρατορας και γενικα τα πηγαιναν πολυ καλά .

Έχετε απόλυτο δίκιο και αυτό είναι το πιο τρανταχτό παράδειγμα της αποτυχίας του Πολύβιου ως «προφήτη» της ιστορίας.

Η Αυτοκρατορική Ρώμη (Pax Romana) διαψεύδει πλήρως το σχήμα του, καθώς η συγκέντρωση της εξουσίας σε έναν άνδρα (Αυτοκράτορα) δεν οδήγησε στην καταστροφή, αλλά στην κορυφαία περίοδο ακμής, πλούτου και σταθερότητας του ρωμαϊκού κόσμου.

Γιατί η Αυτοκρατορία διαψεύδει τον Πολύβιο

  • Ευημερία μέσω της Μοναρχίας: Ο Πολύβιος υποστήριζε ότι η απόλυτη μοναρχία νομοτελειακά εκφυλίζεται σε τυραννία και καταρρέει. Η Ρώμη, όμως, υπό την απόλυτη εξουσία του Αυγούστου, του Τραϊανού ή του Αδριανού, έζησε δύο αιώνες τεράστιας σταθερότητας (Pax Romana).
  • Η «Ψευδαίσθηση» του Μικτού Πολιτεύματος: Ο Αύγουστος κράτησε τη Σύγκλητο και τους Υπάτους μόνο ως διακοσμητικά στοιχεία (το πολίτευμα ονομαζόταν Principatus - Ηγεμονία) για να μην αντιδράσει ο λαός. Στην πράξη, το μικτό πολίτευμα πέθανε, αλλά το κράτος απογειώθηκε.
  • Η ανάγκη για έναν Ηγεμόνα: Η ιστορία έδειξε ότι η τεράστια αυτοκρατορία δεν μπορούσε πλέον να διοικηθεί από τις διεφθαρμένες επιτροπές και τις λαϊκές συνελεύσεις μιας πόλης-κράτους (όπως ήταν η Ρώμη). Χρειαζόταν μια κεντρική, συγκεντρωτική διοίκηση.

Πώς θα «απολογούνταν» ο Πολύβιος;

Αν ο Πολύβιος ζούσε την Αυτοκρατορική Ρώμη, ο μόνος τρόπος για να υπερασπιστεί τη θεωρία του θα ήταν να πει ότι η Αυτοκρατορία ήταν απλώς η φάση της «Μοναρχίας/Τυραννίας» στον αιώνιο κύκλο του (Ανακύκλωση) και ότι αργά ή γρήγορα το σύστημα θα κατέρρεε εκ των έσω — όπως και έγινε, αλλά αιώνες αργότερα.

Αν θέλετε, μπορούμε να επεκτείνουμε τη συζήτηση:

  • Να δούμε πώς ο Αύγουστος κατάφερε να ξεγελάσει τους Ρωμαίους ότι δήθεν «έσωσε» τη Δημοκρατία, ενώ ήταν μονοκράτορας.
  • Να αναλύσουμε τον θεσμό της Pax Romana και γιατί λειτούργησε τόσο καλά οικονομικά.
  • Να εξετάσουμε αν τελικά η πτώση της Ρώμης (αιώνες μετά) επιβεβαίωσε εν μέρει τον Πολύβιο.

Να αναλύσουμε τον θεσμό της Pax Romana και γιατί λειτούργησε τόσο καλά οικονομικά.Να εξετάσουμε αν τελικά η πτώση της Ρώμης (αιώνες μετά) επιβεβαίωσε εν μέρει τον Πολύβιο.

Η Οικονομική Επιτυχία της Pax Romana (27 π.Χ. – 180 μ.Χ.)

Η Ρωμαϊκή Ειρήνη (Pax Romana) δεν ήταν απλά μια περίοδος απουσίας μεγάλων εμφυλίων πολέμων. Ήταν η πρώτη φορά που δημιουργήθηκε μια ενιαία παγκοσμιοποιημένη αγορά γύρω από τη Μεσόγειο, η οποία λειτούργησε ως οικονομικό θαύμα για τους εξής λόγους:

  • Ενιαίο Νόμισμα και Σταθερότητα: Το χρυσό (aureus) και το ασημένιο (denarius) ρωμαϊκό νόμισμα κυκλοφορούσαν παντού. Αυτό εκμηδένισε το κόστος μετατροπής συναλλάγματος και διευκόλυνε τις συναλλαγές.
  • Ασφάλεια των Εμπορικών Δρόμων: Ο ρωμαϊκός στρατός εξάλειψε την πειρατεία στη Μεσόγειο (Mare Nostrum) και εξασφάλισε τους χερσαίους δρόμους από ληστές. Το εμπόριο μπορούσε να κινηθεί γρήγορα και με ασφάλεια.
  • Τεράστιο Οδικό Δίκτυο: Τα χιλιάδες χιλιόμετρα των περίφημων ρωμαϊκών δρόμων, που κατασκευάστηκαν αρχικά για τον στρατό, έγιναν οι «λεωφόροι» του εμπορίου. Συνέδεσαν παραγωγικά κέντρα (π.χ. Αίγυπτος, Ισπανία) με τις μεγάλες καταναλωτικές αγορές.
  • Κατάργηση Εσωτερικών Συνόρων: Δεν υπήρχαν τελωνεία και δασμοί μεταξύ των σημερινών χωρών της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ελλάδας ή της Αιγύπτου. Όλη η περιοχή ήταν μια τεράστια ζώνη ελεύθερου εμπορίου.
  • Εξειδίκευση της Παραγωγής: Κάθε περιοχή παρήγαγε ό,τι έκανε καλύτερα. Η Αίγυπτος και η Βόρεια Αφρική έγιναν οι σιτοβολώνες της αυτοκρατορίας, η Γαλατία παρήγαγε κρασί και η Ισπανία λάδι και μέταλλα.

Επιβεβαίωσε Τελικά η Πτώση της Ρώμης τον Πολύβιο;

Αν κοιτάξουμε την πτώση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (476 μ.Χ.), μπορούμε να πούμε ότι εν μέρει επιβεβαίωσε τον Πολύβιο, αλλά για τους λάθος λόγους.

Πού είχε δίκιο (Η ηθική και πολιτική σήψη)

Ο Πολύβιος υποστήριζε ότι τα πολιτεύματα καταρρέουν από εσωτερική εκφύλιση, όταν οι άρχοντες χάνουν την αρετή τους και ενδιαφέρονται μόνο για την εξουσία. Αυτό συνέβη στον ύστερο ρωμαϊκό κόσμο:

  • Πολιτική Αστάθεια: Τον 3ο αιώνα μ.Χ. (Κρίση του Τρίτου Αιώνα), η Ρώμη βυθίστηκε σε έναν ατελείωτο κύκλο στρατιωτικών πραξικοπημάτων. Οι στρατηγοί δολοφονούσαν τον αυτοκράτορα για να πάρουν τη θέση του.
  • Απώλεια της Πολιτικής Αρετής: Η Σύγκλητος είχε μετατραπεί σε ένα σώμα απόλυτα διεφθαρμένων γαιοκτημόνων που ενδιαφέρονταν μόνο για τη φοροδιαφυγή και τη διατήρηση των προνομίων τους, αδιαφορώντας για το κράτος.

Πού απέτυχε η θεωρία του (Η πολυπλοκότητα της πτώσης)

Η πτώση της Ρώμης δεν ήταν ένας απλός, αυτόματος βιολογικός κύκλος (Ανακύκλωση), αλλά το αποτέλεσμα τεράστιων εξωτερικών και δομικών παραγόντων που ο Πολύβιος δεν μπορούσε να προβλέψει:

  • Οι Μεταναστεύσεις των Λαών (Βάρβαροι): Η πίεση των γερμανικών φύλων (Γότθοι, Βάνδαλοι) και των Ούννων στα σύνορα ήταν ένας εξωτερικός παράγοντας που δεν οφειλόταν στο πολίτευμα της Ρώμης.
  • Οικονομική Κατάρρευση: Το κράτος ξέμεινε από χρήματα, ο πληθωρισμός εκτινάχθηκε και ο στρατός δεν μπορούσε πλέον να συντηρηθεί.
  • Η Ανατολική Αυτοκρατορία (Βυζάντιο): Το γεγονός ότι το ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας επέζησε για άλλους 1.000 αιώνες καταρρίπτει την ιδέα του Πολύβιου ότι ένα σύστημα πεθαίνει ολοκληρωτικά όταν ολοκληρώσει τον «κύκλο» του.

Θα θέλατε να δούμε πώς ο πληθωρισμός και η υπερφορολόγηση διέλυσαν την οικονομία της Ρώμης πριν την τελική πτώση, ή μήπως να εξετάσουμε πώς ο Αύγουστος χρησιμοποίησε τα πλούτη της Αιγύπτου για να ξεκινήσει την Pax Romana;

να δούμε πώς ο πληθωρισμός και η υπερφορολόγηση διέλυσαν την οικονομία της Ρώμης πριν την τελική πτώση μηπως να δουμε μαζι ότι ταυτοχρονα εξαντλησαν την δεξαμενη με τους δούλους, δεν μπορουσαν να κανουν αλλους κατακτητικους πολεμους για λαφυρα και δουλους

Έχετε εντοπίσει με εκπληκτική ακρίβεια τον πυρήνα της οικονομικής κατάρρευσης της Ρώμης. Αυτά τα τρία στοιχεία —ο πληθωρισμός, η υπερφορολόγηση και η εξάντληση των δούλων— ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους και δημιούργησαν έναν θανάσιμο οικονομικό φαύλο κύκλο.

Όταν η Ρώμη σταμάτησε να επεκτείνεται, η οικονομία της, που ήταν βασισμένη στη διαρκή λεηλασία, κατέρρευσε σαν μια γιγαντιαία «πυραμίδα» (σχήμα Πόνζι).

1. Το Τέλος των Κατακτήσεων και η Κρίση των Δούλων

Η ρωμαϊκή οικονομία ήταν κατακτητική και επεκτατική. Δεν παρήγαγε πλούτο μέσω τεχνολογικής ανάπτυξης, αλλά μέσω της βίας.

  • Η «μηχανή» σταματά: Όταν η αυτοκρατορία έφτασε στα φυσικά της σύνορα (Ρήνος, Δούναβης, Ευφράτης) επί Αδριανού, οι μεγάλοι επιθετικοί πόλεμοι σταμάτησαν.
  • Το τέλος των φτηνών εργατικών χεριών: Χωρίς νέες κατακτήσεις, σταμάτησε η μαζική εισροή αιχμαλώτων πολέμου. Οι δούλοι, που αποτελούσαν την κινητήριο δύναμη των μεγάλων αγροκτημάτων (latifundia) και των ορυχείων, έγιναν δυσεύρετοι και πανάκριβοι.
  • Από τον δούλο στον «Κολωνό»: Οι γαιοκτήμονες, μη μπορώντας να αγοράσουν δούλους, άρχισαν να δεσμεύουν τους ελεύθερους φτωχούς αγρότες στη γη τους. Αυτοί οι αγρότες (κολωνοί) μετατράπηκαν ουσιαστικά στους πρώτους δουλοπάροικους, προαναγγέλλοντας τον Φεουδαρχισμό του Μεσαίωνα.

2. Η Νομισματική Νοθεία και ο Καλπάζων Πληθωρισμός

Χωρίς τα χρυσάφια και τα λάφυρα των ηττημένων λαών, το ρωμαϊκό κράτος δεν είχε πλέον αρκετό ασήμι και χρυσό για να πληρώσει τα τεράστια έξοδά του, κυρίως τον στρατό και τη γραφειοκρατία.

  • Η «νόθευση» του νομίσματος: Οι αυτοκράτορες (ξεκινώντας έντονα από τον Νέρωνα και φτάνοντας στο αποκορύφωμα τον 3ο αιώνα μ.Χ.) άρχισαν να λιώνουν τα ασημένια νομίσματα (δηνάρια) και να προσθέτουν μέσα φτηνά μέταλλα, όπως χαλκό.
  • Μια οικονομία χωρίς αξία: Επί Μάρκου Αυρηλίου το δηνάριο είχε περίπου 75% ασήμι. Μέχρι το 270 μ.Χ., το «ασημένιο» νόμισμα περιείχε μόλις 0,5% ασήμι και ήταν στην ουσία χάλκινο με μια λεπτή ασημένια επικάλυψη που έφευγε με τη χρήση.
  • Ο πληθωρισμός εκτινάσσεται: Οι έμποροι κατάλαβαν αμέσως την απάτη. Άρχισαν να ζητούν όλο και περισσότερα νομίσματα για τα ίδια προϊόντα. Οι τιμές των τροφίμων εκτινάχθηκαν κατά χιλιάδες τοις εκατό. Το χρήμα έχασε την αξία του και η οικονομία σε πολλές περιοχές επέστρεψε στον πρωτόγονο αντιπραγματισμό (ανταλλαγή προϊόντων).

3. Η Υπερφορολόγηση και ο Θάνατος της Παραγωγής

Για να σώσει την κατάσταση, ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός (284–305 μ.Χ.) και οι διάδοχοί του επέβαλαν ένα από τα πιο σκληρά και καταπιεστικά φορολογικά συστήματα της ιστορίας.

  • Φόροι με το ζόρι: Επειδή το νόμισμα δεν είχε αξία, το κράτος άρχισε να εισπράττει φόρους σε είδος (σιτάρι, λάδι, ζώα, ρούχα για τον στρατό).
  • Η καταστροφή της μεσαίας τάξης: Οι διακοσμητικοί άρχοντες των πόλεων (curiales) έγιναν προσωπικά υπεύθυνοι για τη συλλογή των φόρων. Αν οι πολίτες δεν μπορούσαν να πληρώσουν, οι curiales έπρεπε να πληρώσουν τους φόρους από την προσωπική τους περιουσία. Αυτό οδήγησε τη ρωμαϊκή μεσαία τάξη στην ολοκληρωτική χρεοκοπία.
  • Φυγή από την παραγωγή: Οι αγρότες, αδυνατώντας να πληρώσουν τους εξοντωτικούς φόρους, εγκατέλειπαν τα χωράφια τους και γίνονταν ληστές ή κατέφευγαν στα κτήματα των μεγάλων, ισχυρών γαιοκτημόνων, οι οποίοι είχαν δικούς τους ιδιωτικούς στρατούς και μπορούσαν να διώχνουν τους φοροσυλλέκτες.

Το Τελικό Αποτέλεσμα

Όταν οι «Βάρβαροι» έφτασαν στα τείχη των ρωμαϊκών πόλεων, πολλοί Ρωμαίοι πολίτες τους υποδέχτηκαν ως απελευθερωτές. Το ρωμαϊκό κράτος είχε γίνει ένας οικονομικός δυνάστης που απομυζούσε τους πάντες για να συντηρεί έναν στρατό που δεν μπορούσε πλέον ούτε να τους προστατεύσει.

Η οικονομία είχε πεθάνει εσωτερικά, πολύ πριν πέσει η ίδια η Ρώμη στρατιωτικά.



© 2017 Το Κοινωνικό-πολιτικό blog . Διατηρούνται όλα τα δικαιώματα.
Υλοποιήθηκε από τη Webnode Cookies
Δημιουργήστε δωρεάν ιστοσελίδα! Αυτή η ιστοσελίδα δημιουργήθηκε με τη Webnode. Δημιουργήστε τη δική σας δωρεάν σήμερα! Ξεκινήστε