Η επιβολή της ολιγαρχίας.

2018-06-01

Πότε ένα πολιτικό καθεστώς θεωρείται πετυχημένο;

Όταν το καθεστώς , η ολιγαρχία με όσα μέσα διαθέτει έχει υποβάλλει τους πολίτες του ειδικά τους φτωχούς και τα μεσαία στρώματα σε τέτοια πλύση εγκεφάλου πού υποσυνείδητα αυτοί μπορεί να νοιώθουν ενοχές όταν αμφιταλαντεύονται μπροστά σε διλημματικές καταστάσεις.

Ο περί ου ο λόγος λογοτέχνης Μάρκ Τουαίην στο εκπληκτικό του βιβλίο, Οι περιπέτειες του χακ φιν.

Αμερικάνικος νότος και δουλεία. Με εκπληκτική μαεστρία πιάνει τον παλμό αυτής της κοινωνίας πού όσο και φρικιαστικός (προκαλεί ρίγος φρίκης, αποτροπιασμό και τρόμο) να είναι, τον συμμερίζονται οι πολίτες του.

Πολίτες πού θεωρούν την σκλαβιά των άλλων, εδώ των μαύρων, σαν φυσιολογική κατάσταση. Το ίδιο το σύστημα τους έχει κάνει στο σύνολο απάνθρωπους χωρίς οι ίδιοι να το αντιλαμβάνονται , έχουμε όλες τις κατηγορίες , τα είδη των ανθρώπων , κακούς , καλούς, ελεήμονες, κλπ. ή πιο ρεαλιστικά όλες αυτές οι ιδιότητες ή συνδυασμός αυτών να συνυπάρχουν στον κάθε άνθρωπο, βουτηγμένους μέσα στην λάσπη πού δεν μπορούν να την καταλάβουν.

Όπως το ψάρι πού δεν μπορεί να αντιληφθεί το περιβάλλον του ,το νερό πού το περιτριγυρίζει.

Κάτι ανάλογο με το δικό μας σύστημα που έχει εγγράψει, ενσταλάξει στο υποσυνείδητο του Έλληνα τον ατομικισμό, την αδιαφορία για τα κοινά, την καλοπέραση ,τον καταναλωτισμό ,την αδιαφορία για τον συνάνθρωπο , την χαιρεκακία, το μίσος ,την αρπακτικότητα εναντίον του συμπολίτη μας, πού πολλές φορές αυτές τις επαχθέστατες ιδιότητες της ανθρώπινης φύσης τις ντύνουν με ωραία στολίδια.

Ακολουθεί το συγκεκριμένο απόσπασμα σαν τροφή για σκέψη χωρίς άλλο σχολιασμό.

Ο Τζιμ είπε πως η ιδέα ότι βρισκόταν

τόσο κοντά στην ελευθερία τον έκανε να τρέμει, λες

κι είχε πυρετό . Ε λοιπόν, σας λέω πως κι εμένα μ' έκανε να

τρέμω που τον άκουγα, λες κι είχα πυρετό, γιατί είχα αρχίσει

να το βάζω καλά μες στο κεφάλι μου πως ήταν πια σχεδόν

ελεύθερος. Και ποιος έφταιγε γι' αυτό; Εγώ, ποιος άλλος;

Αυτό δεν μπορούσα να το τινάξω από τη συνείδησή μου,

δεν είχα τον τρόπο να το κάνω . Είχε γίνει τόσο βασανιστικό,

που δεν μπορούσα να βρω ησυχία. Δεν μπορούσα να σταθώ

σε μια μεριά. Ποτέ δε μου είχε περάσει στα σοβαρά από

το νου τι ήταν αυτό που πήγαινα να κάνω. Τώρα όμως περνούσε

επιτέλους. Και δεν έλεγε και να με αφήσει. Μ' έκαιγε

ολοένα και περισσότερο. Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό

μου πως δεν έφταιγα εγώ, πως δεν ήμουνα εγώ αυτός που

φυγάδεψα τον Τζιμ από το νόμιμο αφέντη του. Αλλά μάταιος

ο κόπος. Κάθε φορά η συνείδησή μου ξυπνούσε και μου

έλεγε: <Το 'ξερες όμως πως είχε φύγει, για να βρει την ελευθερία

του και μπορούσες να κάνεις κουπί μέχρι την ακτή και

να το μαρτυρήσεις σε κάποιον>>. Αυτό ήταν η αλήθεια· αυτό

δεν μπορούσα να το αρνηθώ. Κι αυτό ήταν που μ' έκαιγε.

Μου λέει λοιπόν η συνείδησή μου: <<Τι σου 'κανε η άμοιρη

η δεσποινίς Γουάτσον, ώστε να δεις το νέγρο της να το σκάει

κάτω από τη μύτη σου και να μην πεις κουβέντα; Τι σου

'κανε η καημένη η γριά, για να της φερθείς τόσο σκάρτα;

Γιατί; Αυτή προσπάθησε να σε μάθει γράμματα, να σε μάθει

καλούς τρόπους, προσπάθησε να είναι καλή μαζί σου με

όποιο τρόπο μπορούσε καλύτερα. Να τι έκανε>>.

Άρχισα να νιώθω τόσο κακός κι άθλιος, που ευχόμουν να

πέθαινα. Βημάτιζα νευρικά πάνω κάτω στη σχεδία, κατηγορώντας

τον εαυτό μου στον εαυτό μου κι ο Τζίμ βημάτιζε κι

αυτός διασταυρώνοντας τα βήματά του με τα δικά μου. Κανένας

από τους δυο μας δεν μπορούσε να σταθεί σε μια μεριά.

Κάθε τόσο ο Τζιμ χοροπηδούσε πάνω κάτω φωνάζοντας <<Να

το, το Κάιρο!>> [ πόλη των ΗΠΑ ] κι εμένα μου τρυπούσε τ' αυτιά σαν ντουφεκιά και σκεφτόμουν πως, αν ήταν στ' αλήθεια το Κάιρο, μου φαινόταν πως θα πέθαινα από τη δυστυχία μου.

Ο Τζιμ δεν έπαψε να μονολογεί μεγαλόφωνα, όση ώρα εγώ

μιλούσα από μέσα μου. Έλεγε πως το πρώτο πράγμα που θα

έκανε, μόλις πατούσε το ποδάρι του σε ελεύθερη πολιτεία , θα

ήταν να μαζέψει λεφτά και να μην ξοδεύει ούτε μια δεκάρα·

κι όταν θα μάζευε αρκετά, θ' αγόραζε τη γυναίκα του, που

ήταν σκλάβα σ' ένα αγρόκτημα κοντά στο σπίτι της δεσποινίδας

Γουάτσον. Κι ύστερα θα δουλεύανε κι οι δυο τους σκληρά,

για ν' αγοράσουνε τα δυο τους παιδιά, κι αν ο αφέντης τους

δεν τα πουλούσε, θα βρίσκανε έναν από κείνους πού αγωνίζονταν

για την κατάργηση της δουλείας κι αυτός θα πήγαινε να

τα κλέψει .

Μου πάγωνε το αίμα να τον ακούω να μιλάει έτσι. Πού να

τολμούσε σ' όλη του τη ζωή να μιλήσει έτσι ! Κοίτα πόσο είχε

αλλάξει από τη στιγμή που θεώρησε πως ήταν σχεδόν ελεύθερος

. Καλά έλεγε κείνη η παλιά παροιμία, <<Δώσε θάρρος στον

αράπη ... », κάπως έτσι δεν ήτανε; Αυτά παθαίνω, σκέφτηκα ,

αφού δεν είχα μυαλό. Ο νέγρος, που τον είχα βοηθήσει ωραία

και καλά να το σκάσει, ερχότανε τώρα να μου πει κατάμουτρα

πως θα 'κλεβε τα παιδιά του, παιδιά που ανήκανε σ' έναν

άνθρωπο που εγώ καλά καλά δεν ήξερα. Έναν άνθρωπο που

δε μου είχε κάνει κανένα κακό.

Στενοχωριόμουν ν' ακούω τον Τζιμ να τα λέει όλα αυτά ·

ήταν τόσο ταπεινωτικό γι' αυτόν. Η συνείδησή μου με κατηγορούσε

πιότερο από ποτέ, ώσπου στο τέλος της αντιγύρισα:

«Άσ' το πάνω μου - δεν είναι ακόμα πολύ αργά - , θα βγω

στη στεριά, μόλις δω το πρώτο φως, και θα τα μαρτυρήσω

όλα>>. Αμέσως ένιωσα καλύτερα, χαρούμενος κι ανάλαφρος

σαν το φτερό. Όλες μου οι στεναχώριες πέταξαν μακριά.

Έπιασα να κοιτάζω για φως και λίγο ακόμα θα τραγουδούσα.

Κάποια στιγμή φάνηκε ένα. Ο Τζιμ άρχισε να κελαηδάει:

- Σωτήκαμε, Κακ, σωτήκαμε! Κάνε ό,τι τες από καρά σου!

Επιτέλους , να 'το το καλό μας το Κάιρο, το ξέρω καλά!

Λέω εγώ:

- Θα πάρω το κανό να πάω να δω , Τζιμ. Μπορεί και να

μην είναι αυτό, ξέρεις.

Πετάχτηκε να μου ετοιμάσει το κανό, έβαλε το παλιό του

πανωφόρι στον πάτο, για να καθίσω , και μου έδωσε το κουπί.

Και καθώς έσπρωχνα με το κουπί, μου λέει:

- Σε λίγκο τα πετάω από το καρά μου και τα φωνάζω, και

τα λέω, όλα κάρη στον Κακ γκίνανε. Είμαι λεύτερο άντρωπο

και ντεν τα 'μουνα, αν ντεν ήσαντε ο Κακ . Ο Κακ το 'κανε .

Ποτέ ντεν τα σε ξεκάσω. Ήσαντε το πιο καλό φίλο που είκε

ποτέ ο Τζιμ. Και τώρα είσαι το μοναντικό φίλο που έκει ο

Τζιμ .

Κωπηλατούσα σαν τρελός και δεν έβλεπα την ώρα να τον

καταδώσω. Όμως από τη στιγμή που είπε αυτά τα λόγια, λες

και μου κόπηκε μονομιάς όλη η φόρα. Έκοψα ταχύτητα και

δεν ήξερα πια αν χαιρόμουν που είχα ξεκινήσει ή όχι. Όταν

είχα απομακρυνθεί περίπου πενήντα μέτρα, φώναξε ο Τζιμ :

-Αυτός είσαι, το παλιόφιλο, το τίμιο Κακ. Το μόνο λευκό

κύριο που κράτησε ποτές το υπόσκεσή του στο γκεροΤζιμ.

Ανακατεύτηκαν τα σωθικά μου.

Λέω όμως , πρέπει να το

κάνω, δεν μπορώ να το αποφύγω. Πάνω στην ώρα φάνηκε μια

μικρή βάρκα με δυο άντρες μέσα οπλισμένους και, καθώς

σταμάτησαν, στάθηκα κι εγώ. Ένας απ' αυτούς λέει:

- Τι είναι κείνο κει πέρα;

- Μια σχεδία, λέω εγώ.

- Πάνω ήσουνα κι εσύ;

- Μάλιστα, κύριε.

-Άλλοι άντρες πάνω;

- 'Ενας μόνο, κύριε.

-Ξέρεις, απόψε το σκάσανε πέντε νέγροι από εκεί πέρα,

απ' την κορφή της πλαγιάς. Ο δικός σου είναι λευκός ή μαύρος;

Δεν απάντησα αμέσως. Προσπάθησα, μα οι λέξεις δεν

έβγαιναν. Προσπάθησα για ένα δυο δευτερόλεπτα να πάρω

κουράγιο και να το ξεστομίσω, αλλά δε βρήκα τη δύναμη·

ένας λαγός θα είχε περισσότερα κότσια από μένα. Έβλεπα

πως έχανα έδαφος. Κι έτσι εγκατέλειψα την προσπάθεια και

λέω:

- Λευκός είναι .

-Εγώ λέω να πάμε να δούμε με τα μάτια μας.

- Μακάρι να πηγαίνατε, λέω εγώ, γιατί είναι ο πατέρας

μου αυτός που είναι εκεί κι ίσως μπορέσετε να με βοηθήσετε

να τραβήξω τη σχεδία στην ακτή, εκεί που έχει φως. Είναι

άρρωστος το ίδιο και η μητέρα και η Μαίρη Ανν.

-Αχ, διάβολε, βιαζόμαστε, αγόρι μου! Αλλά πιστεύω πως

πρέπει να το κάνουμε. Μπρος, δέσε το κανό και πάμε.

Έδεσα το κανό μου κι αυτοί πιάσανε τα κουπιά . Αφού

δώσανε μια δυο σπρωξιές στο νερό, λέω:

- Ο πατέρας θα σας χρωστάει χάρη, να το ξέρετε . Όλοι

φεύγουνε, μόλις τους ζητήσω να με βοηθήσουνε να τραβήξω

στην ακτή τη σχεδία, κι εγώ μονάχος μου δεν μπορώ.

- Ε λοιπόν, αυτό είναι απάνθρωπο. Και παράξενο συνάμα.

Για πες μου, παιδί μου , τι τρέχει με τον πατέρα σου;

-Είναι - χμ μ μ, - έχει- να , δεν είναι και τίποτα σπουδαίο.

Σταμάτησαν να κωπηλατούν. Κοντεύαμε σχεδόν να φτάσουμε

στη σχεδία . Λέει ο ένας τους:

- Παιδί, ψέματα μου λες . Τι τρέχει με τον πατέρα σου ;

Απάντησέ μου καθαρά και ξάστερα, το καλό που σου θέλω .

- Θα σας πω, κύριε, στο λόγο μου, θα πω αλήθεια, μη μας

αφήσετε όμως. Σας παρακαλώ . Έχει - έχει - κύριοι, σας

παρακαλώ , μονάχα θα κάνετε κουπί και θα μπω εγώ μπροστά ,

δε θα χρειαστεί να 'ρθετε κοντά στη σχεδία. Σας παρακαλώ,

ελάτε .

- Κάνε πίσω , Τζον , καν' το πίσω! λέει ο ένας. Άρχισαν να

κωπηλατούν ανάποδα. Κάνε πέρα , αγόρι , κάνε πέρα σου λέω .

Πανάθεμά με, να δεις που ο αέρας θα το 'χει φέρει πάνω μας.

Ο πατέρας σου έχει ευλογιά και το ξέρεις πολύ καλά , νεαρέ.

Γιατί δε μας το 'πες από την πρώτη στιγμή ; Τι θες , δηλαδή, να

τη σπείρεις σ' όλο τον κόσμο;

-Ε, να, λέω εγώ κλαψουρίζοντας, πριν το 'λεγα σε όλους κι

αυτοί μας γυρίζανε τις πλάτες κι έφευγαν.

- Ε , φουκαρά, έχεις και το δίκιο σου. Σε λυπόμαστε και με

το παραπάνω, αλλά να, ε μείς , ε , άσ' τα τώρα, δε θέλουμε ευλο- γιά, καταλαβαίνεις. Άκου δω τώρα· θα σου πω τι θα κάνεις.

Μην προσπαθήσεις να βγεις στη στεριά μονάχος σου, γιατί θα

τα κάνεις όλα σμπαράλια. Κατέβα καμιά εικοσαριά μίλια και

θα βγεις σε μια πόλη στην αριστερή όχθη του ποταμού. Όσο

να φτάσεις , θα βγαίνει ο ήλιος, κι όταν γυρέψεις βοήθεια πες

τους πως οι δικοί σου είvαι άρρωστοι, πως έχουν κρυάδες και

πυρετό. Μην κάνεις πάλι τη βλακεία και καταλάβει ο κόσμος

τι τρέχει στ' αλήθεια. Για το καλό σου σ' τα λέμε , γι' αυτό κι

εσύ κοίτα ν' αφήσεις ανάμεσά μας καμιά εικοσαριά μίλια ,

έτσι μπράβο το καλό παιδί. Δεν αξίζει να βγεις στη στεριά

πέρα που φαίνεται το φως μια αποθήκη για ξύλα είναι. Άκου,

αν κατάλαβα καλά , ο πατέρας σου είναι φτωχός άνθρωπος και

θα 'λεγα κιόλας πως είναι κι άτυχος. Έλα, θα βάλω σε τούτο

το σανίδι ένα χρυσό εικοσαδόλαρο και θα το πάρεις, όταν θα

πλέει δίπλα σου. Μου φαίνεται πολύ σκληρό να σας αφήσω,

αλλά, μα την πίστη μου , δεν είναι να αστειεύεται κανείς με την

ευλογιά· έτσι δεν είναι;

-Στάσου, Πάρκερ , λέει ο άντρας, να ένα εικοσαδόλαρο κι

από μένα να βάλεις στο σανίδι. Αντίο, παιδί μου. Κάνε όπως

σου είπε ο κύριος Πάρκερ και θα πάνε όλα καλά.

-Έτσι είναι, παιδί μου, αντίο, αντίο . Αν δεις πουθενά τους

νέγρους τους φυγάδες , ζήτα βοήθεια και πιάσ' τους και θα

βγάλεις κάμποσο παραδάκι γι' αυτό.

-Αντίο, κύριε, λέω κι εγώ . Δε θ' αφήσω νέγρο να ξεφύγει ,

όσο περνάει απ' το χέρι μου.

Έφυγαν κι εγώ ανέβηκα στη σχεδία νιώθοντας ντροπή και

ταπείνωση , γιατί ήξερα πολύ καλά πως είχα κάνει μια πράξη

κακή κι έβλεπα πως δεν είχε νόημα να προσπαθήσω να μάθω

να κάνω το σωστό.

Άμα κάποιος δεν ξεκινήσει σωστά , όσο είναι μικρός, δεν έχει πιθανότητες να φτιάξει· άμα αρχίσουνε τα δύσκολα , δεν έχει τίποτα να τον στηρίξει και να τον κρατήσει στον ίσιο δρόμο κι έτσι τον νικάνε οι δυσκολίες.

Σκέφτηκα μια στιγμή και λέω μέσα μου: Για στάσου . Πες πως είχες κάνει το σωστό και είχες παραδώσει τον Τζιμ· θα 'νιωθες καλύτερα απ' ό ,τι νιώθεις τώρα; Όχι, λέω, θα 'νιωθα άσκημα , θα 'νιωθα ακριβώς όπως νιώθω και τώρα.

Ε λοιπόν , λέω κι εγώ, τι νόημα έχει να μάθεις να κάνεις το σωστό, άμα είναι τέτοιο βάσανο να κάνεις το σωστό, ενώ δεν είναι καθόλου βάσανο να κάνεις το στραβό ; Χώρια που έτσι κι αλλιώς θα την πληρώσεις. Τα είχα χάσει. Σ' αυτό δεν μπορούσα να απαντήσω.

Κατέληξα λοιπόν πως δε θα χολόσκαγα πια γι' αυτό και πως μετά από όλα τούτα θα έκανα πάντα ό,τι μου ερχόταν πιο βολικό κάθε στιγμή.

© 2017 Το Κοινωνικό-πολιτικό blog . Διατηρούνται όλα τα δικαιώματα.
Υλοποιήθηκε από τη Webnode Cookies
Δημιουργήστε δωρεάν ιστοσελίδα! Αυτή η ιστοσελίδα δημιουργήθηκε με τη Webnode. Δημιουργήστε τη δική σας δωρεάν σήμερα! Ξεκινήστε